24. Άναψέ μου τα λαμπάκια!
Μοntanita, το ίδιο βράδι.
Δεν
έχω την παραμικρή ιδέα τι ώρα θα μπορούσε
να είναι.
Το ρολόι μου χάθηκε σε κάποιο λεωφορείο, ανάμεσα στο Σαλίτρε και την Μοντανίτα. Νομίζω ότι είναι τρεις το βράδυ, αλλά το βιολογικό μου ρολόι έχει βαρέσει μπιέλα προ πολλού. Γυρίζω άσκοπα από ΄δω κι από κει, αναζητώντας ένα μπαρ που να ικανοποιεί την αισθητική μου. Μάταια.
Το ρολόι μου χάθηκε σε κάποιο λεωφορείο, ανάμεσα στο Σαλίτρε και την Μοντανίτα. Νομίζω ότι είναι τρεις το βράδυ, αλλά το βιολογικό μου ρολόι έχει βαρέσει μπιέλα προ πολλού. Γυρίζω άσκοπα από ΄δω κι από κει, αναζητώντας ένα μπαρ που να ικανοποιεί την αισθητική μου. Μάταια.
Η
παρουσία των τουριστών γύρω μου έχει
συμβάλλει καθοριστικά στο να διώξει
κάθε ταξιδιωτική ανασφάλεια που με
βασάνιζε τόσες μέρες. Με άλλα λόγια, έχω
βυθιστεί στο ρούμι και έχω αφεθεί να
παρασυρθώ σε ένα ενοχλητικό Bar-crawling.
Έχω επισκεφθεί τις περισσότερες μπάρες
του χωριού, έχω πιεί ένα σκασμό μπύρα
και κάμποσα ποτά, έχω ενοχληθεί από τα
ίδια σαχλοτράγουδα που στοιχειώνουν
–χρόνια τώρα- κάθε φτωχο-τουρίστα του
πλανήτη. Οι Ace
of
Base
είναι το μέτρο. Κι αν θες ποτέ να ανοίξεις
μπαράκι, youth
hostel,
camping,
laundry,
left-luggage,
travel
info
ή άλλη επιχείρηση με διεθνές κοινό, άκου
τη συμβουλή μου και ανάσυρε από τη
ναφθαλίνη το wheel
of
fortune,
μπας και το ακούσει κανένας τουρίστας
και σου κάνει σεφτέ. Μάλλον πρόκειται
για ηχητικό εφέ, κράχτη σα να λέμε, για
κάθε τουριστική επιχείρηση που σέβεται
τους πελάτες της, αδειάζοντας μερικά
κιβώτια μολότοφ στα τευτονικά λαρύγγια
τους, εν όψει ενός κολασμένου happy
hour,
το οποίο –με μαθηματική ακρίβεια-
τυγχάνει να συμβαίνει ντάλα μεσημέρι.
Κατά
την αιώρησή μου στα δρομάκια της
-ξεπουλημένης στους Γιάνκηδες-
Μοντανίτα, έχω ήδη γνωρίσει αρκετούς
τουρίστες, πιτσιρικάδες 18-25 χρονών απ'
όλο τον “δυτικό” κόσμο. Τους ακολουθώ
μέχρι το επόμενο μπαρ και μετά τους
χάνω, μέχρι να τους ξαναβρώ δυο-τρεις
γνωριμίες παρακάτω. Κανένα από τα ονόματά
τους δεν υπάρχει καταχωρημένο στα
αλκοολικά κύτταρα του εγκεφαλικού
φλοιού μου. Είμαι συνέχεια περικυκλωμένος
από κόσμο που μοιράζεται μαζί μου τη
χαρά του, μα νιώθω μόνος. Ακόμα και το
Εγώ μου, μοιάζει ξένο. Για μια φορά ακόμα,
φεύγω. Στο δρόμο, κοιτάζω με θλίψη τα
σβηστά λαμπάκια που κρέμονται ανάμεσα
στις κολώνες. “Μα, γιατί δεν τα ανάβουν;”
παραμιλάω. “Με τόσα λαμπάκια αναμμένα,
η μητρόπολη του σέρφ θα ήταν σαφώς πιο
εορταστική!”. Ένας Γάλλος που -απ' όσο
συμπεραίνω- έχω γνωρίσει νωρίτερα και
τώρα στέκεται δίπλα μου -ποιός ξέρει
πόση ώρα-, με ρωτάει, μπερδεμένος από τα
ελληνικά μου.
-Quoi?
(Τι;)
-Les
lampions! (Τα λαμπάκια!)
-Quels
lampions? (Ποιά λαμπάκια;)
-La!
La-haut! Les lampions! (Εκεί! Εκεί
πάνω! Τα λαμπάκια!)
-Les
oiseaux? (τα πουλάκια;)
-Non!
Les Lampions! Oυρλιάζω στο αυτί
του, σίγουρος ότι δεν με ακούει λόγω της
βαβούρας.
Ο
Γάλλος αρχίζει να γελάει! Με δείχνει
και με κοροιδεύει, τσιρίζοντας
επανειλημμένα “les
lampions!”.
Στράβωσα!
Τι θέλει ο βρωμο-Γαλάτης ημι-ομοαίματός
μου; Γιατί
ποδοπατεί την αξιοπρέπειά μου; Δηλαδή,
γιατί δεν του αρέσει η πρότασή μου; Τόσο
παράξενη είναι; Μάλλον -λόγω της μέθης
του- δεν κατάλαβε εξ αρχής την πρότασή
μου. Αποφασίζω να τον διαφωτίσω: “Πρέπει
να τα ανάψουν”. Ο Γάλλος (λες τώρα να'ναι
Βέλγος;) παθαίνει τώρα δύσπνοια από τα
γέλια. Έχει κοκκινήσει και κλαίει,
επαναλαμβάνοντας το μοιρολόι “il
faut allumer les oiseaux”. Μια
νοστιμούλα φίλη του τον ρωτάει τι
συμβαίνει κι εκείνος, μη μπορώντας να
αλλάξει τροπάριο με δείχνει και
επαναλαμβάνει “il faut
allumer les oiseaux”.
Η
κοπελίτσα αρχίζει να χασκογελά. Την
τραβώ στην άκρη και της αναλύω την
πρότασή μου, περί της εορταστικής
φωταγώγησης της πόλης. Για κάποιο λόγο
ξεσπά κι εκείνη σε γέλια. Φαίνεται είναι
της κουλτούρας τους. Πιάνει το φίλο της
αγκαλιά και φεύγουν παραπατώντας.
Μένω στη μέση του δρόμου, μόνος. Εγώ και το στράβωμά μου.
Κοιτάζω και πάλι ψηλά, προσπαθώντας να διαπιστώσω πού είναι το αστείο.
Λίγο πριν πάθω αυχενικό σύνδρομο, ένα σβηστό λαμπάκι κουνιέται και αλλάζει κοροϊδευτικά θέση με το διπλανό του! Βέβαιος ότι το ρούμι μου δημιουργεί παραισθήσεις, εστιάζω καλύτερα, μπας και καταλάβω πώς έγινε αυτό. Τότε, εντελώς απροσδόκητα, ένα άλλο λαμπάκι φτερουγίζει μέχρι το άλλο καλώδιο και κουρνιάζει ανάμεσα στα άλλα ...πουλιά.
Μένω στη μέση του δρόμου, μόνος. Εγώ και το στράβωμά μου.
Κοιτάζω και πάλι ψηλά, προσπαθώντας να διαπιστώσω πού είναι το αστείο.
Λίγο πριν πάθω αυχενικό σύνδρομο, ένα σβηστό λαμπάκι κουνιέται και αλλάζει κοροϊδευτικά θέση με το διπλανό του! Βέβαιος ότι το ρούμι μου δημιουργεί παραισθήσεις, εστιάζω καλύτερα, μπας και καταλάβω πώς έγινε αυτό. Τότε, εντελώς απροσδόκητα, ένα άλλο λαμπάκι φτερουγίζει μέχρι το άλλο καλώδιο και κουρνιάζει ανάμεσα στα άλλα ...πουλιά.
Έχω
φορέσει την καινούργια μου φορεσιά, κι
ας μην έχω αλλάξει τίποτα στα ρούχα μου:
Έχω δανειστεί λίγο από το couleur-locale
και συμπεριφέρομαι πλέον
σαν γιάνκης μαλακοπίτουρας.
Δεν
έχω απόλυτη συναίσθηση του χώρου, ούτε
του χρόνου. Στο μυαλό μου έχει κολλήσει
μια προσδοκία. Ή μάλλον, δύο: α) να γαμήσω
β) να βρω παρέα. Από τη μια, το σατανικό
σχέδιο που έχω καταρτίσει, με την ενδελεχή
προσήλωση που αρμόζει σε ένα αρπακτικό
του βεληνεκούς μου, ορίζει ως απαραίτητο
παράγοντα επιτυχίας την επίσκεψη των
υπόλοιπων σημείων πώλησης αλκοόλ. Εκεί
θα συνεχίσω να καταναλώνω, αναζητώντας
κατά συρροή και εξακολούθηση μια τυχαία
θηλυκή ματιά, στην οποία θα αγκιστρωθώ,
ώστε να αναπτύξω την πανίσχυρη ελληνική
γοητεία μου, ώς άλλος έφηβος (και κάτι...)
των Αντικυθήρων. Από την άλλη, η συνοδεία
μιας αξιοπρεπούς παρέας (πολυπληθούς
ή και όχι) που θα μου έδινε το πλεονέκτημα
της φαινομενικής κοινωνικότητας, ίσως
να με οδηγήσει ταυτόχρονα και στην
εκπλήρωση της πρώτης προσδοκίας. Άσε
που -απ' όσο φαίνεται- μοιάζει κάπως πιο
εφικτό. Στη στιγμή, αλλάζω την ιεραρχία
των επιθυμιών μου: Πρώτα θα βρω μια
συντροφιά και μετά θα προσπαθήσω να
(τη) γαμήσω. Ως γνήσιος απόγονος του
Σκύρωνα ,του διάσημου ληστή στην Κακιά
Σκάλα, αποφασίζω να βγάλω ως δόλωμα την
δυστυχία μου, και ως κίνητρο την πολύτιμη
πρασινάδα που πασπατεύω στην τσέπη μου.
Εντάξει, είπαμε: Δεν έχει μπάτσους εδώ
γύρω, αλλά ο φόβος μιας κατουρημένης
εκουαδοριανής φυλακής με οδηγεί στην
αιώρα του hostel.
Εκεί, απλά αποκοιμήθηκα.
Εκεί, απλά αποκοιμήθηκα.
Σχόλια