Αρθράκι Μπόνους: Guayaquil – Η μεταμόρφωση μιας πόλης.


Μια πόλη δεν είναι μόνο τα κτήρια και οι δρόμοι της. Ούτε η ιστορική κληρονομιά που της έχει τύχει. Είναι, κυρίως, οι κάτοικοί της. Αυτό έρχεται να το αποδείξει με τον πιο …πανηγυρικό τρόπο η μεγαλύτερη πόλη του Εκουαδόρ, στην άλλη άκρη του κόσμου, στη Νότια Αμερική.



Η Γουαγιακίλ, πριν από δέκα χρόνια αποφάσισε να αφήσει πίσω τη φήμη που είχε σαν «η πρωτεύουσα της διαφθοράς και της εγκληματικότητας» και να προλάβει το τρένο της εξέλιξης.
Στόχος τής, μέχρι τότε, ασήμαντης πόλης ήταν να μεταμορφωθεί σε μια μητρόπολη που θα μπορέσει να ξεχωρίσει αισθητικά, κοινωνικά και οικονομικά, από τις άλλες μεγαλουπόλεις της Νότιας Αμερικής και να σταθεί ανταγωνιστικά απέναντι σε υπερσύγχρονα λιμάνια του Ειρηνικού.
Αυτός ο στόχος μορφοποιήθηκε στο όραμα του Leon Febres-Cordero , δήμαρχου της Γουαγιακίλ από το 1992 μέχρι το 2000 και ολοκληρώθηκε με την επιτυχή θητεία του διαδόχου του Jaime Nebot (2000-2008).
Χάρη στην αφοσίωσή τους, στον ανηλεή πόλεμο που ξεκίνησαν στο οργανωμένο έγκλημα και τις …ανορθόδοξες μεθόδους που χρησιμοποίησαν, οι δυο «ομοιδεάτες» δήμαρχοι κατάφεραν, μέσα σε 10 χρόνια να δώσουν ένα ανθρώπινο πρόσωπο σε αυτή την πόλη και να επιστρέψουν στους κατοίκους της την δημόσια ζωή που τους αξίζει, στους δρόμους και στις πλατείες.
«Κάποτε, ειδικά τη δεκαετία του ’80, η πόλη λεγόταν «Καλκούτα της Αμερικής», εξαιτίας των σκουπιδιών που γέμιζαν τους δρόμους» μας λέει ο κ. Στέλιος Γκέκας, έλληνας πρόξενος στη Γουαγιακίλ. «Ο Cordero κατάφερε να οργανώσει ένα ολοκληρωμένο σύστημα αποκομιδής των απορριμμάτων και να εκπαιδεύσει τους κατοίκους ώστε να το χρησιμοποιούν. Δημιούργησε αστική συνείδηση στους πολίτες και αυτό –κατά τη γνώμη μου- ήταν το πρώτο και το πιο σημαντικό βήμα προς την εξέλιξη. Ο Cordero έθεσε τις βάσεις πάνω στις οποίες έχτισε ο Nebot.».

Ο Βίκτορ Ζέα ζει και εργάζεται στη Γουαγιακιλ εδώ και 12 χρόνια. Τον συνάντησα και τον προσκάλεσα για ένα καφέ στη νέα προβλήτα, δίπλα στο εκπληκτικό κτήριο του Μουσείου της Κεντρικής Τράπεζας. Μου μίλησε με αγάπη για την μοντέρνα πόλη του. «Παλιά δεν μπορούσες να βγεις ούτε για τσιγάρα, μετά τη δύση. Σήμερα η πόλη μου είναι πολύ περισσότερο ασφαλής και πιο όμορφη. Με εμπνέει να την περπατήσω.»
Διατηρώντας μια λογική επιφύλαξη, τον ρωτάω κατά πόσο όλα αυτά τα έργα είναι προσβάσιμα για την φτωχή πλειοψηφία των πολιτών. Η απάντησή του είναικατηγορηματική: «Το σημαντικό δεν είναι ότι άνοιξαν καινούργια εστιατόρια και κινηματογράφοι, αλλά ότι οι δημόσιοι χώροι έγιναν ελκυστικοί. Τώρα πια μπορώ να βγω για μια βόλτα με την οικογένειά μου στο Malecon 2000 ή να πάω στην ιστορική περιοχή Las Peñas, περιοχές πανέμορφες, που πριν από 10 χρόνια ήταν επικίνδυνα γκέτο. Τώρα πια έχω λόγο να βγω από το σπίτι μου και να πάω στο κέντρο της πόλης. Αυτή η βόλτα, η παρουσία του κόσμου, από μόνη της αποτελεί μια σχετική ασφάλεια. Σήμερα ο κόσμος βγαίνει, κοινωνικοποιείται και αντιλαμβάνεται ότι αποτελεί ένα απαραίτητο συστατικό της πόλης που αγαπά. Παλιά, ζούσαμε στο περιθώριο της πόλης, γιατί –ουσιαστικά- δεν υπήρχε κάτι άλλο.»

Ο Victor προσφέρεται να με συνοδέψει στο λόφο που φιλοξενεί την παλιά πόλη Santa Ana. Πλακόστρωτα σοκάκια με σκαλιά περιστοιχίζονται με τα πολύχρωμα αποικιακά κτήρια που κάποτε φιλοξενούσαν εμπόρους και πειρατές. Όλα αναπαλαιωμένα, σύμφωνα με το όραμα του Jaime Nebot, χωρίς την παραμικρή αυθαιρεσία απέναντι στον δημοτικό κανονισμό. Σε κάθε διασταύρωση, ένας σεκιουριτάς μας κοιτάζει χαμογελώντας. Ρωτάω σχετικά τον Γουαγιακιλάνο φίλο μου: «Δεν σε ανησυχεί αυτή η έντονη αστυνομική παρουσία;»
Εκείνος γελάει: «Στην Αθήνα, μάλλον δεν έχετε βιώσει σοβαρά περιστατικά εγκληματικότητας. Εδώ κάποτε σε μαχαίρωναν μόνο και μόνο για να δουν αν έχεις λεφτά. Το ότι σήμερα μπορούμε να περπατάμε αμέριμνοι σε αυτά τα σοκάκια είναι για μένα κάτι τόσο πολύτιμο, ώστε να μπορώ να το ανταλλάξω με την παρουσία των σεκιουριτάδων.»
Ένα από τα «παράδοξα» μέτρα του δημάρχου ήταν η πρόσληψη ανέργων για την επιτήρηση της πόλης. Με αυτόν τον τρόπο, απασχόλησε αρκετούς από εκείνους που –αργά ή γρήγορα- θα κατέφευγαν στην κλοπή για να επιζήσουν. Επιπλέον, φρόντισε να εξοπλίσει τους φύλακες μόνο με ασύρματο, καθιστώντας τους ακίνδυνους και δίνοντάς τους ένα ρόλο «ανθρώπινης κάμερας» που ειδοποιεί την αστυνομία όταν κρίνει ότι είναι απαραίτητο, χωρίς να παραβιάζει την ιδιωτικότητα των πολιτών, καταγράφοντας τις κινήσεις τους.
Παρατηρώντας τις επεμβάσεις σε διάφορα σημεία της πόλης, από τον εκπληκτικό πεζόδρομο Malecon 2000, μέχρι την αναπαλαίωση της παλιάς πόλης Santa Ana, μου είναι δύσκολο να αποφύγω τη σύγκριση με τις αντίστοιχες επεμβάσεις στην «προ-Ολυμπιακή Αθήνα».
Υπολογίζοντας το εύρος, αντιλαμβάνομαι ότι το πραγματικό κόστος των αναπλάσεων και νέων υποδομών ξεπερνά κατά πολύ αυτό των «δικών μας» έργων.
Η Καρίν είναι 24 ετών, μητέρα και νοικοκυρά. Μου εξηγεί ότι τα περισσότερα χρήματα συγκεντρώθηκαν από δωρεές τραπεζών που ήθελαν να «καλοπιάσουν» τα φτωχότερα κοινωνικά στρώματα και να αποκαταστήσουν το κύρος τους, από επιχειρήσεις που αντιλήφθηκαν έγκαιρα το μεγάλο όφελος μιας τόσο εκτεταμένης παρέμβασης, καθώς και από έναν έρανο που διήρκεσε για περισσότερα από πέντε χρόνια. «Όλοι συμμετείχαν. Πλούσιοι και φτωχοί, επιχειρήσεις και άνεργοι. Άλλος με ένα δολάριο και άλλος με ένα εκατομμύριο. Έδωσα κι εγώ, κι ας μη μου περίσσευαν. Είναι θέμα τιμής να έχεις συμμετάσχει στην αναγέννηση της πόλης που ζεις. Σε ανταπόδοση, κάποιες γειτονιές πήραν το όνομα του σπόνσορά τους, όπως η γειτονιά Pilsener, στους πρόποδες του las Peñas, που αναπαλαιώθηκε αποκλειστικά με ευθύνη της πασίγνωστης τοπικής ζυθοποιΐας. 2 χιλιόμετρα παρακάτω, στο Malecon 2000, θα βρεις όλα τα ονόματα των χορηγών, χαραγμένα στο μνημείο της αναγέννησης.»
Το μνημείο είναι ένα σύνολο γυάλινων πινάκων παρατεταγμένων σε ένα γρανιτένιο βάθρο. Βλέπω χιλιάδες ονόματα χαραγμένα στο γυαλί. Άλλα μεγαλύτερα και άλλα ταπεινότερα. Εντυπωσιασμένος από αυτή τη γενναιοδωρία των κατοίκων της Γουαγιακίλ, διαπιστώνω και τα παράλληλα κέρδη από αυτήν την έξυπνη κίνηση του δημάρχου. «Έχοντας προσφέρει στον έρανο, ανεξάρτητα από το ύψος της δωρεάς, ο κάθε πολίτης νιώθει ότι αυτή η πόλη τού ανήκει. Έτσι, τη νοιάζεται, την προσέχει. Την διατηρεί καθαρή και φροντίζει να παραμένει όπως πρέπει. Ενδιαφέρεται για αυτά που συμβαίνουν γύρω του και επαγρυπνεί για όσους τυχόν σκοπεύουν να χαλάσουν αυτή τη συλλογική προσπάθεια».
Δυσκολεύτηκα να βρω έναν αντίλογο στο εκπληκτικό θαύμα της αναγέννησης αυτής της πόλης. Ωστόσο ο Οσουάλντο, ο τριαντάχρονος υπάλληλος εταιρείας κινητής τηλεφωνίας που έτυχε να συναντήσω, είχε αντίθετη άποψη. «Η Αναγέννηση της πόλης είναι ένα τεράστιο εγχείρημα με θεαματικά αποτελέσματα. Ωστόσο, για κάποιον σαν κι εμένα, που δεν υπήρξε ποτέ μέλος συμμορίας και κατάφερε να βρει μια σοβαρή δουλειά, η αλλαγή φαντάζει ύποπτη. Κάποια στιγμή θα χρειαστεί όλοι οι Γουαγιακιλάνοι να πληρώσουν για αυτά που θα τους προσφέρει ο Δήμος. Τότε οι φτωχοί θα αλλάξουν στάση και θα αναγκαστούν να αφήσουν τα σπίτια τους, αναζητώντας μια άλλη πόλη, με χαμηλότερο κόστος ζωής. Αυτή θα είναι και η στιγμή της πραγματικής αναγέννησης της Γουαγιακίλ: όταν οι αμερικάνικες πολυεθνικές θα αρχίσουν να αγοράζουν μαζικά τα ακίνητα για να στεγάσουν τους υπαλλήλους τους. Όταν τα κτήρια των γραφείων θα υψωθούν πάνω από την πόλη, αλλοιώνοντας για πάντα τη φυσιογνωμία της, σπρώχνοντας και πάλι στο περιθώριο τους αυθεντικούς Γουαγιακιλάνους. Βλέπω το αύριο της Γουαγιακίλ με επιφύλαξη. Σήμερα όλοι είναι ενθουσιασμένοι με αυτό το ρεύμα της αλλαγής. Ανησυχώ όμως γιατί ελάχιστοι αντιλαμβάνονται τι σημαίνει να ζεις σε μια επιχειρηματική πρωτεύουσα, ειδικά όταν δεν συμμετέχεις επαγγελματικά σε αυτό, είτε ως επενδυτής, είτε ως εργαζόμενος. Δες τη Νέα Υόρκη και το επίπεδο ζωής των φτωχών που ζουν εκεί. Σήμερα, 4 δολάρια τη μέρα μπορούν να σου εξασφαλίζουν την επιβίωση σε αυτή την πόλη. Αύριο, αμφιβάλλω.»
Ένας από τους επιχειρηματικούς στόχους, είναι η ανάπτυξη του λιμανιού της πόλης και η εξέλιξή του σε ένα από τα σημαντικότερα λιμάνια του κόσμου, σαν αντίποδας στο τεράστιο λιμάνι της Σανγκάης. Την επιβεβαίωση αυτού του ρόλου, έρχεται να δώσει η αδελφοποίηση των δυο πόλεων, το 2001.

Ποιος είναι όμως o κύριος Jaime Nebot, αυτός ο περίφημος δήμαρχος που κέρδισε την εμπιστοσύνη των δημοτών του;
Μια σύντομη έρευνα στο internet μας δίνει μια μάλλον κολακευτική εικόνα για αυτήν την προσωπικότητα. Ωστόσο, οι επαφές του με την αστυνομία και τον οικονομικό κόσμο των Ηνωμένων Πολιτειών ρίχνουν μια σκιά στο ποιόν του. Ο Βίκτορ σηκώνει τους ώμους του αδιάφορα. «Ολόκληρο το Εκουαδόρ είναι πουλημένο στις ΗΠΑ. Το δολάριο είναι το επίσημο νόμισμά μας. Με ενοχλεί που δεν είμαστε ανεξάρτητοι, αλλά αυτό είναι αποτέλεσμα ενεργειών κυβερνήσεων που πέρασαν πριν από 30 χρόνια. Καλύτερα να το αποδεχτούμε και να κάνουμε ο,τι καλύτερο μπορούμε με αυτό. Μακάρι να ευημερήσουμε τόσο, ώστε να ξεπεράσουμε ακόμα και την Νέα Υόρκη!»

Σχόλια