9. Σούλι, η μουλάτα


Gringoland-Κίτο, 08 Ιουλίου 2008

Υπάρχει μια γειτονιά στο Quito, που οι ντόπιοι τη λένε Gringoland.

Κάτω από μια μπορντούρα ηλεκτροφόρας μακαρονάδας που κρέμεται ανάμεσα σε στήλους της επιχείρησης ηλεκτρισμού, μια σειρά από χαμηλά κτήρια στεγάζει τον τουρισμό της πόλης. Εδώ μαζεύονται όλοι οι τουρίστες που έχουν χάσει τις βαλίτσες τους κάπου στην Κολομβία, περιμένοντας ένα τηλεφώνημα, πάνω από ένα ποτήρι γεμάτο με κοκτέιλ, κάνοντας πως οι διακοπές τους άρχισαν φαντασμαγορικά. Εδώ μαζεύονται και τα μακρύτερα χέρια του Εκουαδόρ, χέρια επιδέξια, που ανήκουν σε φτωχοδιάβολους που λιγουρεύονται κινητά, διαβατήρια, τίποτα πορτοφόλια σε μισάνοιχτες τσάντες. Εντσικτωδώς λιγίζω τα δάχτυλα των ποδιών μου, γρατζουνώντας τους πάτους των πολυαγαπημένων μου παπουτσιών.
Η προπαίδειά μου στον ΗΣΑΠ έχει αυτοματοποιήσει τις προστατευτικές κινήσεις των χεριών μου προς την τσάντα μου.

Τρώω μια παράλογα ακριβή μακαρονάδα και καταπίνω ένα-δύο ποτά, προσπαθώντας να ενταχθώ στο τουριστοσύνολο που σέρνεται από μπάρ σε μπάρ. Αναζητώ κάτι που να μου χαρίσει την πρώτη ανάμνηση από αυτόν τον ξένο τόπο.

Shooter's sports club. Πόσο πιο γκρίνγκο να γίνει κανείς;
Έχω στηθεί στη μπάρα και χαϊδεύω την υγρασία στο μπουκάλι της μπύρας μου.
Κάθομαι ανάμεσα σε έναν χοντρό Αμερικάνο που μιλάει δυνατά. Αυτό το “ανάμεσα”, το γράφω απόλυτα συνειδητά και εκφράζει ορθά αυτό που εννοώ: Ο Αμερικάνος δεν χωράει. Κάθε φορά που κάποιος θέλει να περάσει, βρίσκομαι σφηνωμένος ανάμεσα στα μπούτια του και η κοιλιά του με πιέζει στη μπάρα με αγένεια. Ο εκνευρισμός μου επιβάλλει να πληρώσω πριν να τελειώσω τη μπύρα μου και να αρχίσω να σκέφτομαι τις μανούβρες που θα χρειαστεί να κάνω ώστε να ξεπαρκάρω το κορμί μου από τη στριμόκωλη (κι άλλη συνειδητή έκφραση) κατάσταση που έχω βρεθεί.

Αναζητώντας δίοδο, το βλέμμα μου στέκεται σε μια εξωτική τύπισσα. Μοιάζει απορροφημένη στην συζήτηση που έχει με τη φίλη της. Τα μάτια της, κατράμι, έχουν κάτι από την αθωότητα μιας 16χρονης που μιλάει για τα γκομενικά της. Όμως, αυτή η εξωτική τύπισσα είναι σίγουρα πάνω από 30. Δεν με γελούν τα μάτια. Κάποια στιγμή, τα μάτια της σηκώνονται και το βλέμμα της αλλάζει. Γίνονται διερευνητικά, ενήλικά. Με κοιτάζει χωρίς την προηγούμενη συστολή. Με βλέπει που τη βλέπω και εγώ δεν κάνω τίποτα να κρύψω αυτή τη ματιά μου, όπως θα έκανα, σε ένα τυχαίο νεφέλωμα αθωότητας.

Κάτι λέει στη φίλη της και με πλησιάζει. Μου προτείνει το χέρι της -χέρι τραχύ, εργατικό- και μου συστήνεται.
-Γειά σου, είμαι η Σούλι.
-πώς;
-Με λένε Σούλι.
-Α! Χάρηκα! Εμένα με λένε Τάσο.
Είναι από την Κολομβία, από την Καρταχένα. Δουλεύει σε μια disco, πόρτα για 270-300 δολλάρια. Λέει ότι η δουλειά της πληρώνεται καλά, σε σχέση με την Κολομβία.
Όσο την ακούω, η ματιά μου χαϊδεύει τη σκούρα σάρκα της. Ξεδιάντροπα. Κάτω από το βαμβακερό εμπριμέ φόρεμά της, μελαμψές σφιχτές καμπύλες στολίζουν με λαγνεία ένα αδύνατο κορμί. Αργότερα, σε ένα άλλο μπαρ, το blacklight θα συμπληρώσει το πρόστυχο οπτικό χαμούρεμα, αποκαλύπτοντας με την τεχνολογική μαγεία του ένα πορτοκαλί φωσφοριζέ κυλοτάκι που φεγγίζει κάτω από τους εμπριμέ παπαγάλους του φορέματός της.
Παραγγέλνω άλλη μια μπύρα και, κάτω από την επίμονη υγρασία των ματιών της, συμπληρώνω άλλη μια στην παραγγελία μου.
Πόσες μπύρες έχω πιεί; Έξι.
Έξη!
Τι σημασία έχει;
Ο λογαριασμός του υποφαινόμενου γκρίνκο δεν έχει ξεπεράσει ακόμα τα 9 δολάρια. Κερνώ και τη φίλη της, την Καρολίνα, που επιμένει ότι είναι gorda (*χοντρή), επιζητώντας μια επιεική φιλοφρόνηση για τις καμπύλες της. Βάζω τα δυνατά μου. Αλλά ο Κύριος που -συνήθως- μιλά στις δεσποινίδες, έχει πνιγεί στη μπύρα και ένας άλλος εαυτός μου -σίγουρα πορνοστάρ στο επάγγελμα- κάνει σέρφινγκ με το κουφάρι του στη θάλασσα βύνης.

Τα κορίτσια δεν μου έκλεψαν ούτε το πορτοφόλι, ούτε τα παπούτσια. Σαλιάρισα λίγο με την Σούλι, περισσότερο από περιέργεια, για να μου λυθεί η απορία σχετικά με τις “μουλάτες” που μου είχε περιγράψει ο Σταύρος, κάποτε, όταν δουλεύαμε μαζί σε μια διαφημιστική. Αν η πίστα ήταν τελικά εύκολη, δεν θα δίσταζα να την σύρω στο κρεβάτι μου δια τα περεταίρω. Όμως αποκόμισα την εντύπωση πως τα κορίτσια δεν ζητούσαν παρά μόνο λίγη κερασμένη διασκέδαση, προς όφελος του μαγαζάτορα. Αθώα πράγματα...

Και να'μαστε στους δρόμους της Γκρίνγκολαντ, σε έναν αμήχανο αποχαιρετισμό. Μου δίνει ξανά το χέρι της (το ίδιο τραχύ, όπως και πριν) και με την άκρη του ματιού μου βλέπω έναν νεαρό να πλησιάζει. Στέκεται δίπλα μας και -μάντεψε- τα νύχια μου χώνονται για μια ακόμη φορά στους πάτους των παπουτσιών μου. Όμως το παληκάρι -ρωμαλέος 25χρονος που με ξαπλώνει κάτω με δυο φάπες, αν γουστάρει- δεν θέλει τίποτα από εμένα. Μιλαει στην Σούλι και της ζητάει λεφτά. Όσο εκείνη ψάχνει στη μικροσκοπική της τσάντα, ο ρωμαλέος με ξεψαχνίζει με ένα διαρκές βλέμμα-ακτινογραφία, ανακαλύπτοντας ποιός είμαι, πόση την έχω, τι ψιλά έχουν απομείνει στις τσέπες μου, τί εκκαθαριστικό έβγαλα πέρσι, πώς λέγαν τη γιαγιά μου και τι σκατά σκέφτομαι αυτή τη στιγμή, αλλά και τι σκεφτόμουν πριν δυο ώρες για τη Σούλι. Το μισοσκόταδο κρύβει το κοκκίνισμα της ντροπής μου.
Η Σούλι κλείνει την τσάντα της και χώνει κάτι δολάρια στη χούφτα του αδιάκριτου νεαρού, ο οποίος φεύγει μουρμουρίζοντας μια καληνύχτα.

Την κοιτάζω προσπαθώντας να ερμηνεύσω τι έχει γίνει. Μήπως πλήρωσε λύτρα για να μην με δείρει; Μήπως είναι ο νταβατζής της; Μήπως -ακόμα χειρότερα- ο άντρας της;
-Ο γιός μου, λέει, και η τελειωτική Καληνύχτα πέφτει στον παγωμένο σβέρκο μου σαν σχολικό φατούρο. 
Η Σούλι είναι λίγους μήνες μεγαλύτερή μου...

Σχόλια