8) Fumar mata
Ασθμαίνοντας
στο λαβύρινθο των διαδρόμων του
ξενοδοχείου, συναντώ την κυρία που μου
έβαλε καφέ. Σταματά, πισωγυρίζει και με
χαιρετά ευγενικά. Της ανταποδίδω το
χαμόγελο, καθώς βάζω το κλειδί στην
κλειδαριά του δωματίου μου.
Ρε
κάπου την ξέρω εγώ αυτήν την στρουμπουλή
κυριούλα… Μην είσαι ανόητος, αποκλείεται.
Το βρήκα! Μοιάζει με την Ιλέτ, τη Φιλιπινέζα
που δούλευε στο…
Για
πρώτη φορά, έχω την αίσθηση ότι ο Κολόμβος
δεν έφτασε πρώτος στην Αμερική. Άλλωστε,
οι Φιλιππίνες είναι ένα τσιγάρο δρόμος
από εδώ…
Σκέφτηκα
το τσιγάρο και συνειδητοποιώ έντρομος
ότι δεν έχω τσιγάρα! Τραβάω το κλειδί
από την κλειδαριά και ξαμολιέμαι στο
δρόμο. Ρωτάω έναν πλανόδιο πού έχει
τσιγάρα. Με στέλνει σε έναν άλλο πλανόδιο,
στην παραπάνω γωνία. Τον αναζητώ με το
βλέμμα μου: Ένας παππούς έχει κρεμάσει
στο στήθος του μια ανοιχτή βαλίτσα που
περιέχει καραμέλες, αρώματα, κάτι
ακατανόητο, κάτι άλλο ακατανόητο, εν
πάσει περιπτώσει διάφορα ακατανόητα,
σε χαρτονένια ραφάκια με φόντο την καρό
ταπετσαρία της βαλίτσας. Τον πλησιάζω
και τον ρωτάω λαχανιασμένος αν έχει
τσιγάρα.
-Και βέβαια! Μου απαντά ευγενικά. Τι μάρκα;
Αναζητώ τα τσιγάρα στη βαλίτσα
και του δείχνω ένα πακέτο Marlboro
Lights.
-Πόσα θέλετε;
-ένα, του λέω.
Εκείνος
βγάζει το πακέτο το ανοίγει και μου
δίνει ένα τσιγάρο, λέγοντας «17 λεπτά»!
Παγωτό ο τουριστάκος! Έχω τη φευγαλέα
αίσθηση ότι ο τύπος με δουλεύει. Ή μάλλον,
νομίζει ότι τον δουλεύω και πάει να με
δουλέψει. Πάει να ειρωνευτεί έναν απόγονο
του Μπότσαρη και του Παλαιολόγου, ο
ποταπός! Αλλά δε θα τον αφήσω έτσι! Θα
αποφύγω τον επικίνδυνο περαιτέρω διάλογο
και θα πάω με τα νερά του. Τον πληρώνω.
Με επιδεικτικές κινήσεις παίρνω το
τσιγάρο και ζητάω φωτιά. Μη φανταστείτε
καμιά ευγενική διατύπωση…
-Φωτιά;
Ο
τύπος με τη βαλίτσα στο στήθος, μου
δείχνει ένα πακέτο σπίρτα στην άκρη
ενός σπάγκου, που κρέμεται από το χερούλι
της βαλίτσας. Ανάβω και φεύγω με περήφανα
βήματα.
Εν-δυό-
τρία...
....Αλλά…
Στο
πέμπτο βήμα, κάτι πάει στραβά. Στο έκτο,
τα γόνατά μου λυγίζουν και στο έβδομο
αρχίζω και αναζητώ ένα σκαλί για να
κάτσω. Σέρνομαι σ’ ένα πλατύσκαλο και
αδειάζω, σαν πρεζάκι του Ψυρρή… Κοιτάζω
καχύποπτα το τσιγάρο, το οποίο μοιάζει
τυποποιημένο. Με γράμματα, με φίλτρο,
με απ’ όλα.
Άλλωστε,
ποιος θα πουλούσε κάτι ύποπτο για 17
λεπτά; Μια ιδέα αστράφτει στο μυαλό μου!
Τα παπούτσια! Ο κατεργάρης είναι μέλος
συμμορίας που κλέβει τα παπούτσια των
καπνιστών τουριστών! Αλλά εγώ δεν είναι
ένας απλός τουρίστας είμαι ένας Έλληνας
που… τον βάρεσε το υψόμετρο και μόλις
άγγιξε την παράνοια. Σήκω και προχώρα,
ρε κόπανε! Σε κοιτάνε!
Κακό
πράγμα το τσιγάρο στα 2.800 μέτρα…
Όπως και να ΄χει όμως, χρειάζομαι τσιγάρα, ρε παιδιά! Να ακουμπάω το πακέτο στην τσέπη μου και να νιώθω μια σιγουριά…
Βρίσκω
ένα πάγκο που πουλάει τσιγάρα. Προσπαθώ
ξανά.
-Marlboro
lights,
παρακαλώ
-Πόσα;
-Ένα
πακέτο!
Αυτό
το τελευταίο το ξεστόμισα με ύφος
μεθυσμένου θαμώνα σκυλάδικου που κέρδισε
το λόττο και μόλις αγόρασε μια καραβιά
σκλάβους, για να έχει πρόχειρους.
Περιεργάζομαι το πακέτο: Μοιάζει με το
ελληνικό, αλλά όλα είναι γραμμένα στα
Ισπανικά.
Σχόλια