7. Παίζοντας τους Ινδιάνους
Ακολουθώντας
τις προστατευτικές οδηγίες του ξενόγλωσσου
οδηγού μου, αγόρασα ένα καπέλο, για να
μη με βαρέσει ο αμείλικτος ήλιος. Παρόλο
που δεν ήταν απαιτούμενο από το βιβλίο,
αγόρασα κι ένα φτηνιάρικο πλαστικό
ρολόι, μπας και συμβάλει κάπως στο να
φέρω το jet-lag στα
ίσα του. Τα φόρεσα όλο καμάρι και γυρίζω
προς το ξενοδοχείο. Λαχανιασμένος από
την κατηφόρα, αφήνω το πεζοδρόμιο με
τις παρακάμψεις των πανεριών και προχωρώ
στην ισιάδα της ασφάλτου.
Οι ιθαγενείς
με κοιτούν σαν τουρίστα (δηλαδή, ως τι
άλλο θα με κοίταζαν;)
Ένας σκουρόχρωμος
απόγονος των Ίνκας, με κοιτάζει
επιτιμητικά.
“Ρε άντε πάγαινε! Ορίστε!
Σε κοιτάζω κι εγώ!”.
Τώρα το βλέμμα του
σκοτεινιάζει. Συννεφιάζει. Επιβάλλεται.
Αμυδρά με προτρέπει να κοιτάξω πίσω
μου.
“Δε σφάξανε! Ξέρεις ποιός είμαι
εγώ,ρε;”
Το βλέμμα του, ατσαλάκωτο, με
προειδοποιεί.
Αλλά εγώ, αγέρωχος απόγονος
του Καραϊσκάκη, δεν λυγίζω. Ένταση. Η
άσφαλτος σαν να τρεμουλιάζει κάτω από
τα πόδια μου. Σεισμός;
Ο indio
με κοιτάζει αυστηρά.
Εντελώς απροσδόκητα, μια δυνατή μελωδία
από 13 νότες, ήχοι ξεκούδουνοι από τον
αυλό του Πάνα με κοροϊδεύουν πίσω από
την πλάτη μου. Γυρίζω οργισμένος να
αντιμιλήσω, κι αντικρύζω ένα τρόλεϋ να
περιμένει.
Ο οδηγός του με κοιτάζει με
συγκατάβαση, πατάει ένα κουμπί και η
μελωδία ακούγεται και πάλι, κοροϊδευτική,
υπογραμμίζοντας την τεράστια μαλακία
του νεοέλληνα, που έσυρα μέχρι τον τόπο
τους. Κάνω στην άκρη, ανεβαίνω στο
πεζοδρόμιο και το τρόλεϋ με προσπερνά.
Ο indio με
κοιτάζει ακόμα.
Τώρα
τα μάτια του γελούν. “Γκρίνγκο, εδώ
μέχρι και τα τρόλεϋ παίζουν τους
ινδιάνους. Κι εσύ, μικρέ και άξεστε
καουμπόη, δεν το ξέρεις αυτό το παιχνίδι.”
Σχόλια