4. Κοίτα το Κίτο


AEROPUERTO MARISCAL – Κίτο, Εκουαδόρ. (νωρίς το βράδι)

Όταν αποφάσισα να κάνω αυτό το ταξίδι, στηρίχτηκα σε σκόρπιες εντυπώσεις γνωστών που το είχαν κάνει παλιότερα. 
Πραγματικά, όλα εξελίσσονται σύμφωνα με το πρόγραμμα: Πρωινό στη Ρώμη. Δείπνο στο Κίτο. Αποσκευές στο Καράκας! 

Το εννοώ! 
Αποσκευές στο Καράκας! 

(αυτό είναι παραδίπλα. Δυο χώρες παρακεί. Στη Βενεζουέλα!)

Με τέτοιο jet-lag που έχω, λίγο με νοιάζει. Θα τους γ* το μ* που τους πέταξε! Εισπνοή-εκπνοή. Αποφασίζω να συμπεριφερθώ με την ανωτερότητα που χαρακτηρίζει έναν απόγονο του Σωκράτη, του Μεγαλέκου και του Κουταλιανού. Προσπαθώ να συντάξω μια φράση σε άρτια ισπανικά, που να εξηγεί το πρόβλημά μου και να περιορίζει τις απαντήσεις σε ναι ή όχι. Μάλλον σε si ή no.

Στριμώχνομαι λοιπόν στο γκισέ των χαμένων αποσκευών και παρακολουθώ τον διάλογο ομοιοπαθών «πολιτισμένων» τουριστών με τον αρμόδιο «τριτοκοσμικό» υπάλληλο, με σκοπό να υποκλέψω το απαραίτητο λεξιλόγιο. Ο διάλογος δεν ευδοκιμεί, καθώς τα άπταιστα αγγλικά του -κατά τα άλλα ισπανόφωνου- «υπανάπτυκτου» υπαλλήλου δεν ανταποκρίνονται στο ποταπό επίπεδο των αγγλικών των «αναπτυγμένων» Γάλλων τουριστών, τα μάγουλα των οποίων γίνονται εντυπωσιακά κόκκινα. Χα! Μπαίνω στη μέση, για να τελειώνουμε, και μεταφράζω από τα άψογα Αγγλικά σε μέτρια Γαλλικά, όσα λέει ο χαμογελαστός υπάλληλος: «Λέει ότι έχουν χαθεί μεταξύ Καράκας και Μπογκοτά. Τις περιμένουν με μια από τις επόμενες πτήσεις, στις 10 το βράδυ ή στις 6 το πρωί. Θα σας τις στείλουν στο ξενοδοχείο σας, όταν φτάσουν, εκτός και αν βιάζεστε, οπότε μπορείτε να περάσετε από εδώ για να τις πάρετε. Ορίστε το τηλέφωνό του…» Μα, καλά! Μας δουλεύει! Αυτά δεν γίνονται ούτε στην Ελλάδα, με το Καλύτερο, το πιο Σύγχρονο, και το πιο Ολυμπιακό Αεροδρόμιο της Ευρώπης! Ενισχύω αυτή την πεποίθηση με ένα μικρό ειρωνικό μειδίαμα δυσπιστίας. Πφφ… Σπεύδω να ταχθώ στο πλευρό των Ευρωπαίων συμπολιτών μου, διατηρώντας μια τόση δα ελπίδα ότι η δική μου περίπτωση είναι άλλη, πιο «βατή».

Οι άξεστοι Γάλλοι χαμογελούν χαρούμενοι, ικανοποιημένοι με την τροπή της χαμένης τους βαλίτσας, ευλογημένοι με την άγνοιά τους. Εγώ όμως ξέρω! Η αλάθητη νέο-ελληνική διαίσθησή μου, το χάρισμα του Τειρεσία και του Κάλχα σκιρτά μέσα μου. Τριάντα-πέντε χρόνια τώρα έχω μάθει να μυρίζω από μακριά τις «μούφες». Ο ιεροφάντης μίλησε: Οι Γάλλοι θα φοράνε τα ίδια σώβρακα για τις επόμενες είκοσι-τόσες μέρες!

Η γλώσσα μου χαϊδεύει το φρονιμίτη μου. 
Χμμ… Ανησυχώ λίγο, αφενός γιατί -ως μισός Γάλλος- εμπίπτω μάλλον στο target-group του χρησμού, αφετέρου γιατί ούτε κι εγώ έχω δεύτερο σώβρακο πάνω μου… Αλλά είπαμε: Η δική μου περίπτωση θα είναι πιο «βατή». Για την ακρίβεια, τα λουριά του σάκου μου σκάλωσαν στον ιμάντα, εκεί στον κυλιόμενο διάδρομο νούμερο 4, λίγα εκατοστά πριν την πορτούλα.

Νομίζεις!

Ο ευγενικός υπάλληλος -τόσο ευγενικός που κάθε στρατηγική για το πώς θα του γ* το μ* που τον πέταξε, γίνεται καπνός- παίρνει χαμπάρι ότι τα ισπανικά μου είναι «Αυτό είναι ένα καπέλο. Το καπέλο είναι πάνω στο τραπέζι». Εγώ πάλι, στερημένος από το ισπανικό αντίστοιχο της λέξης «βαλίτσα» ή έστω «τσάντα», εγκαταλείπω την απόπειρα της ισπανικής συζήτησης, μια και δεν έχω χάσει ούτε καπέλο, αλλά ούτε και τραπέζι! Σκέφτομαι να το γυρίσω στο αγγλικό, αλλά αυτό θα ήταν μια καταίσχυντη παραδοχή της ήττας μου, που δεν αρμόζει σε έναν απόγονο των Μαραθωνομάχων. Ο υπάλληλος αντιλαμβάνεται ότι ο Ελληνάρας μπροστά του απέτυχε στα ισπανικά και σπεύδει να με βγάλει από τη δύσκολη θέση, κάνοντας αυτός τις ερωτήσεις στα ισπανικά. Ερωτήσεις σαφείς και άρτιες με υποκείμενο, ρήμα και αντικείμενο, που μπορώ να απαντήσω με si και no

Καταλήγω να ακούω ξανά την ίδια απάντηση που έδωσε και στους Γάλλους, με τη διαφορά ότι τώρα εγώ είμαι αυτός που χαμογελά ηλίθια, ανακουφισμένος που μπόρεσα τουλάχιστον να συνεννοηθώ και να συμπληρώσω την αίτηση. Ας μου τη στείλουν λοιπόν στο ξενοδοχείο. Εγώ θέλω μόνο να πάω για ύπνο.

Συνάλλαγμα, λοιπόν…

Βγαίνω προσεκτικά από το αεροδρόμιο, περιμένοντας να αντικρίσω τις ορδές των λωποδυτών που περιμένουν τους gringos για να τους πάρουν τα λεφτά και τα παπούτσια.

Έτσι τα διάβασα, έτσι σας τα γράφω…

Έσφιξα προστατευτικά τα παπούτσια μου με τα δάχτυλα των ποδιών μου, μια και δεν είχα λεφτά. Αναζήτησα ένα ΑΤΜ. Ένας καλός κυριούλης που ήταν είτε μπάτσος, είτε παρκαδόρος, μου έδειξε 3 μηχανήματα στη σειρά. 
Προσέξτε: όχι ένα, ούτε δυο, αλλά τρία! Το φαντάζεστε; Τρεις τράπεζες είχαν την φαεινή ιδέα –σίγουρα κατόπιν συμβουλής ενός ευφυούς στελέχους, που δεν μπορεί παρά να είναι έλληνας απόγονος του Σόλωνα και του Καλλιγά- να βάλουν από ένα ΑΤΜ έξω από το διεθνές Αεροδρόμιο της Πρωτεύουσας του Τριτοκοσμικού κράτους του Ισημερινού! Άκου κάτι πράγματα! Αυτά δε γίνονται ούτε στο Ελ Βενιζέλος, το Καλύτερο και πιο Σύγχρονο Αεροδρόμιο της Ευρώπης! Σπεύδω να σηκώσω δολάρια (Ναι, οι ΗΠΑ «δάνεισαν» το νόμισμα τους και σε αυτό το δύστυχο κρατίδιο, αφού πρώτα φρόντισαν να το χρεοκοπήσουν). 

Εύκολο! Κανείς δεν μοιάζει να ασχολείται μαζί μου, εκτός από τον παρκαδόρο-μπάτσο που κοιτάζει με περιέργεια τις καχύποπτες γκριμάτσες μου. Συμβουλεύομαι το μαγικό βιβλίο μου, έναν αγγλικό οδηγό για το Εκουαδόρ και διαβάζω ότι ο πιο ΑΣΦΑΛΗΣ τρόπος για να πάω από το αεροδρόμιο στο ξενοδοχείο μου, είναι να πάρω ένα ταξί. Πρέπει, λέει, να πάω σε ένα γκισέ, να πληρώσω και, με την απόδειξη στο χέρι, σαν πάσο συναυλίας- να μπω σε ένα από τα ταξί που περιμένουν στην ουρά. Άκου τώρα οργάνωση. Πληρώνω 8 δολάρια, λέω στον ταξιτζή τη διεύθυνση κι εκείνος με πάει, χωρίς πολλά-πολλά, στο ξενοδοχείο.

---

-ΞενοδοχείοSanFranciscodeQuito. Έτσι το 'φτυσε, αμάσητο, χωρίς spacing, μονοκόμματο.
-Είναι στην οδό Guayaquil και Sucre
-Εδώείμαστε.
-Ορίστε;
-Φτάσαμε.
-Πού;
-ΣτηνοδόGuayaquilκαιSucre
-Α! Και που…
-…
-Φτάσαμε;
-ΑυτόείναιτοΞενοδοχείοSanFranciscodeQuito
-Δεν το γνωρίζω…
-Τογράφειστοντοίχο
-Στον τοίχο; Α! …Που;
-Έχετετηναπόδειξη;
-α! Έχει μια πινακίδα εκεί που λέει ότι είμαστε στην οδό Guayaquil
-Τηναπόδειξη…
-τι;
-Αυτόπουκρατάτε…
-Δεν το γνωρίζω…
-Αυτόείναιτοξενοδοχείοσαςκαιχρειάζομαιτηναπόδειξη
-Συγγνώμη, δεν σας κατάλαβα…
-Χοτέλ-τίκετ
-α! Ορίστε! Ευχαριστώ πολύ και συγγνώμη!

Ο αποσβολωμένος ταξιτζής έχει μείνει κόκκαλο με την απόδειξη στο χέρι, να κοιτάζει τον gringo κάγκουρα ελληνάρα που προσφέρεται σαν μπριζολάκι στους απατεώνες λωποδύτες του Κίτο. Σε ρόλο προστάτη των ανυπεράσπιστων αλλοδαπών κρεμ-καραμελέ, ο ηρωικός ταξιτζής περιμένει υπομονετικά, μέχρι ο υπογράφων Ελληνάρας να αντιληφθεί ότι πρέπει να πατήσει το κουδούνι για να ανοίξει η σιδερένια πόρτα.
-Μάλλονπρέπειναχτυπήσετετοκουδούνιεκείσταδεξιάσας
-Πως;
-Κουδούνι! ΜΠΖΖ!
-Α! ευχαριστώ!

Η πύλη άνοιξε. Φτάνω στην ρεσεψιόν πριν σβηστεί η έκφραση του μαλάκα από το πρόσωπό μου. Ένα παλικάρι με υποδέχεται. Μένω στο δωμάτιο 30, κάπου στον αποικιακό ξενοδοχειακό λαβύρινθο των διαδρόμων και των αυλών που ενώνονται με σκάλες. Δεν έχω διάθεση να ασχοληθώ με το περιβάλλον. Προτιμώ να χωθώ στο κρεβάτι μου. Εξηγώ τσάτρα-πάτρα στο παλικάρι για τη χαμένη maleta (έτσι τη λένε τελικά τη βαλίτσα, για να το ξέρετε). Μοιάζει να με καταλαβαίνει, αλλά δεν αντιδρά. Του το ξαναλέω. Απαντά καταφατικά, αλλά συνεχίζει να μην του καίγεται καρφάκι. Τουλάχιστον με συμπονά. 

Ευχαριστώ και καληνύχτα.

Σχόλια