3. Καμαρώνω, Camarones, Καμαρώνει...
Αεροπλάνο, κάπου πάνω από τις Αζόρες- άγνωστος χρόνος
Έχασα
μεν την απογείωση, αλλά ήμουν μέσα. Ναι!
Το πρόλαβα!
Ο
ύπνος με νίκησε, επιτέλους.
Για την
ακρίβεια, με το κλικ της ζώνης, βυθίστηκα
σε έναν λήθαργο, σαν να ερχόταν αυτό το
κλικ από τα δάχτυλα ενός υπνωτιστή.
Μαύρη οθόνη.
Ξύπνησα
όταν επιχείρησα να αλλάξω πλευρό. Στα
γόνατά μου μια νάιλον σακούλα με μια
πράσινη κουβέρτα και ένα μαξιλάρι.
Κοιτάζω από το παράθυρο. Μπλε. Και
γαλάζιο. Υπάρχει διαφορά ανάμεσα στο
μπλε και το γαλάζιο; Ο ουρανός είναι
γαλάζιος. Ο Ατλαντικός είναι μπλε. Κι
αυτό το λέω με την πηγαία βεβαιότητα
που χαρακτηρίζει κάθε χωριάταρο που
πετάει πάνω από τον Ατλαντικό για πρώτη
φορά. Εκτός κι αν έχει σύννεφα, φαντάζομαι.
Στη
διπλανή μου θέση, κάποιος σαλεύει.
Παρατηρώ.
Μια
στρουμπουλή γυναίκα με κούρεμα γιαπωνέζου
playboy
και αυχένα παλαιστή. Φοράει μια γαλάζια
μπλούζα και υφασμάτινο παντελόνι. Με
το που με βλέπει να την κοιτάω, της γνέφω
έναν ευγενικό χαιρετισμό. Αυτό ήταν:
Αρχίζει να μιλάει ακατάληπτα ισπανικά
με ρυθμό πολυβόλου. Κουνάω την κεφάλα
μου πάνω κάτω, σαν να καταλαβαίνω. Εκείνη
φυσικά καταλαβαίνει πως δεν καταλαβαίνω.
Ρεζίλι. Της εξηγώ ότι αν έχει την παραμικρή
προσδοκία να συνεννοηθούμε, θα πρέπει
να μιλάει λίγο πιο αργά. Επιβραδύνει.
Τώρα μιλάει με πιο αργό ρυθμό, αλλά πιο
κοφτά.
-Καλά,
έκανες 5 μήνες Ισπανικά κι ακόμα δεν
έμαθες τίποτα;
-ε,
όχι και τίποτα...
Αυτή
η γυναίκα σίγουρα έχει μεγαλώσει παιδιά.
Προσπαθεί να είναι φιλική. Την ρωτάω
για τα παιδιά της. Έχει τέσσερα· δυο
αγόρια και δυο κορίτσια. Έχει και έξι
εγγόνια! Μα, καλά, πόσο είναι; 43! Την λένε
Κάρμεν είναι από το Εκουαδόρ και
ασχολείται με κάτι καλλιέργειες που
δεν πολύ-κατάλαβα… Με κοιτάζει παράξενα
και νοιώθω τα μάτια της να τρυπάνε το
μυαλό μου. Διαπιστώνει το τεράστιο
γνωστικό κενό, σχετικά με το Εκουαδόρ,
που αντηχεί σα σκουριασμένος ντενεκές,
στο χοντρό κρανίο μου. Με ύφος «πάμε από
την αρχή» ξεκινάει το μάθημα της
Πατριδογνωσίας
-Η
χώρα μου είναι πλούσια. Παράγει πετρέλαιο,
καφέ, φρούτα, ζαχαροκάλαμο, ρύζι,
καλαμπόκι, καμαρόνες…
-τι
‘ναι πάλι τούτο;
-γαρίδα
που τρώγεται
–Α!
Μάλιστα! Και είναι νόστιμο;
-Ούυυ!…
-Τι
άλλο παράγει το Εκουαδόρ;
Με
κοιτάζει με ένα βλέμμα που σκοτώνει.
Σίγουρα αναρωτιέται αν είναι όλοι οι
Έλληνες τόσο μαλάκες όσο κι εγώ…
Μας πήρε περίπου τρεις ώρες για να συστηθούμε. Από την αρχή.
Την λένε Κάρμεν. Εργάζεται σε επιχείρηση με καμαρόνες.
Βασικά, εκτρέφει γαρίδες, όσο εξωτικό κι αν μπορεί να ακούγεται αυτό.
Η
συζήτηση στρέφεται στο ποδόσφαιρο.
Υποστηρίζει την EMELEC,
τοπική ομάδα της Γκουαγιακίλ. Μου δείχνει
περήφανη το καπέλο και το μπρελόκ της.
Εντυπωσιάζομαι από την θέρμη της.
-Συνηθίζεται να ασχολούνται οι
γυναίκες με το ποδόσφαιρο;
Με κοιτάζει
με ένα βλέμμα που αποπνέει απόγνωση
-Φυσικά και ναι. Γιατί, στην
Ελλάδα δεν ασχολούνται οι γυναίκες με
τη μπάλα;
Το βλέμμα της λέει περισσότερα:
«Σιχαμένε φαλλοκράτη σωβινιστή, οι
εκουαδοριανές ξέρουν πολύ καλά τι
σημαίνει offside!».
Το βουλώνω. Παίζω λίγο με το τραπεζάκι
μου.
Με παρατηρεί με ένα ελαφρώς υπεροπτικό
βλέμμα.
Ένα βλέμμα που θα το ξαναδώ
πολλές φορές μπροστά μου στις επόμενες
30 μέρες, από εκουαδοριανούς, άνδρες και
γυναίκες, διαφορετικών εθνοτήτων.
Σχόλια