22. Surfing Yankees


Montañita, Σάββατο 12 Ιουλίου 2008

O Victor μου ανακοίνωσε πανηγυρικά ότι θα με πάει στη Montañita. Χέστηκα! Εγώ θέλω μόνο να κοιμηθώ…
-Μπορώ να κοιμηθώ εκεί;
-Στην παραλία;
-οπουδήποτε!
Ο loco-Victor με κοιτάζει με οίκτο. Ο ενθουσιασμός του ακτινοβολεί και μου δημιουργεί την αίσθηση ότι κάτι σοβαρό παίζεται εκεί. Τον ρωτάω:
-Τι τρέχει εκεί;
-Είναι ένα χωριό που γίνεται χαμός! Πολλοί νέοι, surf, ναρκωτικά, μπαράκια και sex.
Έχει την απόλυτη προσοχή μου. Αν υπάρχει τέτοιο μέρος και είναι τόσο καλό όσο ακούγεται, υπόσχομαι στο εξής να δείξω απόλυτη εμπιστοσύνη στις επιλογές του τρανού οδηγού μου. Τον κοιτάζω λοιπόν σαν σκύλος που άκουσε τη λέξη «βόλτα». Κουνάω και την ουρά μου, νομίζω.

Η Montañita ήταν ένα παραλιακό χωριό στην ακτή του Eιρηνικού, ασήμαντος σταθμός στην routa del sol, τον αρχαίο δρόμο των Ίνκας. Ψαροχώρι, που 4-5 οικογένειες μαζεύτηκαν κάποτε και έχτισαν μια εκκλησία, μπας και τους λυπηθεί ο καλός Θεός και τους στείλει κανένα ψάρι παραπάνω, ώστε να το πουλήσουν.
Όταν τους πρόσεξε, ο καλός Θεός εφηύρε το surfboard και από τότε οι κακόμοιροι ψαράδες έχασαν την ησυχία τους και βρήκαν ένα τρόπο να βγάζουν χωρίς κόπο το ψωμί τους (που λέει ο λόγος, γιατί στο Εκουαδόρ δεν το πολύ-εκτιμούν το ψωμί, όπως εμείς).

Το λεωφορείο ακολουθεί την παραλιακή λεωφόρο, τρέχοντας παράλληλα με την ακροθαλασσιά. Πίσω από χαμηλούς θάμνους, που έχουν φυτρώσει στην άκρη της ασφάλτου, η ξανθή αμμουδιά δεν μπορεί να αποφασίσει τι σχήμα θέλει να έχει, καθώς το κύμα που έρχεται και φεύγει, πλημμυρίζει μια επιφάνεια με πλάτος εκατοντάδες μέτρα. Εδώ κι εκεί, στη στεγνή άμμο, ξύλινες παράγκες από μπαμπού και ψάθα δίπλα σε πολύχρωμες σανίδες surf, φωσφοριζέ μαγιώ, kite surfers και αντηλιακά ημίσκηνα. Στο μυαλό μου επανέρχονται εικόνες από την Πάρο.
-Ρε Victor, την ξέρεις την Πάρο;
-Έχω περάσει πηγαίνοντας Αντίπαρο.
-Έχεις πάει στην Αντίπαρο;
-Ναι, λίγο πριν με απελάσουν.
Κοιτάζω λίγο βουβός και αναλογίζομαι την ιστορία του φίλου μου, που ήρθε στη χώρα μου πριν χρόνια και προσπάθησε να χωρέσει τον εαυτό του σε μια ζωή στα δικά μας μέτρα, με λίγα λεφτά, μερικούς φίλους, νοίκια και λογαριασμούς, χαρές και σκοτούρες, οικογένεια, παιδιά…
Δυστυχώς, το φιλόξενο κράτος μας τον πήρε χαμπάρι και τον οδήγησε με κλούβα στο αεροδρόμιο, αδιαφορώντας για το αν αγαπάει, αν προσπαθεί, αν παλεύει να στριμωχτεί μαζί μας σε μια θέση στον ήλιο. Έτσι ο Victor άφησε πίσω του μισή οικογένεια και μισή ζωή και γύρισε στη χώρα του για να ξαναστήσει στα πρόχειρα μια ζωή προσωρινή, ελπίζοντας πως η γυναίκα του θα έρθει να τον πάρει. Ακόμα νομίζω ότι το ελπίζει. Μα, δεν κάνω κουβέντα, για να μην τον πικράνω.

Κατεβαίνουμε από το λεωφορείο σε ένα σκονισμένο χωματόδρομο.
-Ώστε αυτός είναι ο περίφημος τουριστικός προορισμός και ιερό τέμενος για τους απανταχού wiped-out surfers.
Περιεργάζομαι το τοπίο: Δεξιά και αριστερά, στην άκρη του δρόμου, βλέπω παράξενα κτήρια με ψάθινες στέγες και εκατοντάδες πάγκους με μπιχλιμπίδια. Παντού γύρω μου πολύχρωμες πινακίδες στα ισπανικά και στα αγγλικά, διαλαλούν τα αγαθά-δολώματα που προσφέρονται στα ροζ ψάρια που έρχονται από τις Ηνωμένες Πολιτείες και απ’ όλο τον κόσμο. Το «χρώμα» μού κάνει κάτι σε Τζαμάικα. Όχι ότι έχω πάει ποτέ μου στην Καραϊβική, αλλά κάπως έτσι:
Εδώ το ποσοστό των «ντόπιων» δεν θα πρέπει να ξεπερνάει το 5-10% των ανθρώπων που θα συναντήσω. Το υπόλοιπο ποσοστό αποτελείται από Αμερικανο-Ευρωπαιο-Αυστραλούς τουρίστες και Κολομβιανο-Βενεζολάνους «μητουρίστες». Καλά, και ποιος δουλεύει; Μελετώ τα πρόσωπα: Έχω την εντύπωση ότι πίσω από τους πάγκους των μικροπωλητών διακρίνω βρετανούς τουρίστες, αδρεναλινομανείς τελειόφοιτους κολλεγίου, που –με τις κατάλληλες δοσολογίες αλατιού, κόκας και μαριχουάνας- μεταλλάχτηκαν σε νεοχίππυ αναρχικούς.
Τείνω λοιπόν να πιστέψω ότι ένας-δυο Άγγλοι ήρθαν εδώ, σέρφαραν, ήπιαν τα mojito τους και έπαθαν την πλάκα τους. Την επόμενη χρονιά, το κανόνισαν με τους φίλους τους, ήρθαν παρέα, έκαναν τα ίδια και γουστάρανε. Την επόμενη χρονιά τα ίδια, μέχρι που ένας είπε: «ρε μάγκες, μόλις σνίφαρα το αεροπορικό εισιτήριο. Δεν φεύγω. Εσείς; Θα αράξετε;»
Τι σοφία! Αντί να είναι ρεμπεσκέδες στη χώρα τους και να ζουν σε βάρος των συμπατριωτών τους, προτίμησαν να τους πουλάνε χάντρες, πίπες και σούξου-μούξου σε ένα ειδυλλιακό περιβάλλον, με χαμηλότερο κόστος ζωής, σταθερή θερμοκρασία και πολλές μεθυσμένες τουρίστριες.
Ρε, λες; Το μάτι μου πέφτει σε μια μεγάλη ταμπέλα: Ένα hostel ζητά ρεσεψιονίστ που να μιλάει αγγλικά, γαλλικά και ισπανικά. Φταίω εγώ τώρα;

Ο Victor με σέρνει στην παραλία. Προσπαθώ να συνειδητοποιήσω τις πραγματικές διαστάσεις αυτής της ακτής. Το μόνο μέτρο σύγκρισης που έχω, είναι οι μαύρες σιλουέτες των ανθρώπων, που προχωράνε κόντρα στον ήλιο, με το νερό μέχρι το γόνατο, αναζητώντας ένα κατάλληλο βάθος να βουτήξουν, ώστε να μην μοιάζουν με ψωμί σε χωριάτικη σαλάτα –Τούμπαρέ τον να παπαριάσει κι απ’ την άλλη-
Παραγγέλνω ποτά και φυλάω τα πράγματα του Victor όσο αυτός πάει να βουτήξει. Πολλή ώρα: Ένα mojito μέχρι να φτάσει, μια μπύρα όσο πλατσουρίζει και άλλο ένα mojito όσο επιστρέφει. Ο Victor ανοίγει την τσάντα του και βγάζει μια πετσέτα για να σκουπιστεί. Εγώ έχω γίνει λίγο κουδούνι. Τελικά το Mojito –ναι, αυτή η τόσο snob αλκοολούχα πράσινη σαλάτα των αθηναϊκών μπαρ- έχει καλύτερη γεύση όσο πλησιάζεις στον Ισημερινό. Επιπλέον, σε αυτό το γεωγραφικό πλάτος ο ήλιος πέφτει κάπως κάθετα, προφέροντας έτσι κινητική ενέργεια και ορμή στην κατραπακιά που θα φάει ο αδαής τουρίστας. Ρουφάω αδίστακτα από το καλαμάκι μου, μέχρι να αδειάσω το ποτήρι μου από το παρεξηγημένο κοκτέιλ. Έχω ένα λογικό επιχείρημα που ρουφάω με τόση προσήλωση: Θεωρώντας ότι η δυσεντερία κρύβεται κατεψυγμένη στο παγάκι, προσπαθώ να ξεδιψάσω πριν προλάβει να λιώσει ο πάγος. Σου λέω, προσέχω για την υγεία μου…
Ο Victor πάει να πάρει μια μπύρα. Του δίνω ένα χαρτονόμισμα και του παραγγέλνω άλλο ένα Mojito. Γνιαμ!
Εγώ μένω να χαζέψω τις καλλίγραμμες τουριστριούλες που τεντώνονται για να πετύχουν την μπάλα σε μια παρωδία beach-volley. Προσπαθώ να καταλάβω τους κανόνες. Όχι ότι έχει σημασία, αλλά επιμένω να πιστεύω ότι το παίζουν κάπως ανορθόδοξα.
Μόλις ο loco-Victor επιστρέφει, τον ρωτάω.
-Παράξενα δεν παίζουν;
-Τι εννοείς;
-Εννοώ ότι δεν αλλάζουν θέσεις
-Α! έτσι το παίζουμε εδώ.
-Εμείς στην Ελλάδα…
-Στην Ελλάδα δεν παίζετε τέτοιο βόλλευ. Αυτό είναι volleyball ecuatoriano.
-Α! Έτσι πες μου! Και γιατί είναι διαφορετικό;
-Α, δεν ξέρω…
Ο loco-Victor χαζεύει την άμμο που έχει κολλήσει στον κώλο μιας τουρίστριας.
Τώρα που το ξανασκέφτομαι, μάλλον το volleyball ecuatoriano αντανακλά μια θρησκευτική μονογαμικότητα, καθώς, σε όλη τη διάρκεια του αγώνα, εστιάζεις μόνο σε έναν κώλο.
Ο φίλος μου αλλάζει θέμα.
-Βρήκα Μαριχουάνα.
-Ωραία
-Την πουλάει ένας τύπος
-Μη μας πιάσουν κιόλας…
-Μη φοβάσαι, δεν έχει μπάτσους εδώ…
-Ε, τότε τι κάθεσαι;
-Σκέφτηκα ότι καλύτερα να του πεις εσύ, γιατί εμένα μπορεί να με φοβηθεί.
-Τι να του πω δηλαδή;
-Ρώτα τον αν πουλάει…
-Αφού λες ότι πουλάει.
-Εγώ τον είδα, αλλά δεν μιλήσαμε…
Μένω λίγο σκεπτικός.
-Παμε μαζί.
Καθώς πλησιάζουμε τον τύπο, ο Victor ρίχνει μια κοντινή ματιά στον κώλο της τουρίστριας που παίζει volley. Εκείνη του χαμογελά κι αυτός ανταποδίδει. Μα, πώς τα καταφέρνει πάντα;
Ο άνθρωπός μας είναι ένας ρεμπεσκές 45άρης «μονιμοτουρίστας» (νεολογισμός που σημαίνει δυτικό που ήρθε σε μια φτωχή χώρα για διακοπές και αποφάσισε να μείνει για πάντα). Του λέμε τι θέλουμε. Με κοιτάζει από πάνω μέχρι κάτω με μια έκδηλη δυσπιστία. Με ρωτάει από πού είμαι και του απαντάω «από την Ελλάδα». Για να γίνω πιο πιστευτός, του πετάω και δυο ελληνικούρες στα μούτρα. Ο τύπος μας λέει να του δώσουμε τα λεφτά και να τον περιμένουμε. Κοιτάζω τον Victor. Να του δώσουμε τα λεφτά; Πάει καλά; Ο τύπος αντιλαμβάνεται το κόλλημά μου και προσφέρει εγγύηση.
-Καθίστε εδώ με την κόρη μου, μέχρι να το φέρω.
Κοιτάζω εκεί που δείχνει. Ένα κοριτσάκι 4-5 χρονών παίζει με τα κουβαδάκια του.
Πλάκα μου κάνεις! Αυτό δεν είναι νταλαβέρι, είναι ανταλλαγή ομήρων. Και το κοριτσάκι είναι όντως κόρη του; Κοιτάζω τον Victor ερωτηματικά και τον ρωτάω στα ελληνικά: -Να του τα δώσω; Με ένα νεύμα σιγουριάς, o Victor με καθησυχάζει και πάει να κάτσει με το κοριτσάκι.
Λίγα λεπτά μετά, γυρνάμε στο χωριό, ψάχνοντας για χαρτάκια. Η πρώτη μου σκέψη είναι να πάω στους πάγκους με τα μπιχλιμπίδια. Εκεί πουλάνε όλα τα σχετικά με την μαριχουάνα: μπλουζάκια με τον Βob, τασάκια, πίπες, bong, τσελέμια, τζιβάνες, grinder... Όλα, εκτός από χαρτάκια.
Ay caramba! Μα, καλά, πως γίνεται αυτό;
Σε αυτή τη χώρα τα στριφτά τσιγάρα είναι κάτι άγνωστο. Είναι λοιπόν προφανές, ότι τα χαρτάκια απευθύνονται μόνο στους χασικλήδες, στους τουρίστες ή στους χασικλήδες τουρίστες.
Περιδιαβαίνοντας τους πάγκους με τα μπιχλιμπίδια, o Victor με σκουντάει και μου δείχνει τον ντήλερ που στέκεται στην άκρη του δρόμου κουνώντας επιδεικτικά ένα πακέτο rizla
-Μα, καλά, πότε πρόλαβε να έρθει εδώ;
-Αυτός θα έχει χαρτάκια!
Τον πλησιάζουμε και μας δίνει. Μάλλον μας γδύνει, αφού ο αγύρτης μας ζητάει δυο δολάρια για τα πέντε. Την ξέρει καλά τη δουλειά του.

Σκέφτομαι να στείλω μια κούτα Rizla στον Victor, όχι για να τα καπνίσει, αλλά για να τα πουλήσει. Ο μικρός Σωκράτης Ωνάσης –ο αυτοδημιούργητος Ίωνας πατέρας του γνωστού- χοροπηδάει στο κεφάλι μου, αγκαζέ με κάποιον άλλον αυτοδημιούργητο επιχειρηματία που δεν τον ξέρω, τσαλαπατώντας κάθε άλλη σκέψη μου: Αν ένα χαρτάκι πουλιέται σαράντα σέντς, τότε το πακέτο πουλιέται είκοσι δολάρια και η κούτα δυο χιλιάδες! Καλά, είμαι και ο πρώτος οικονομολόγος! Μόλις βρήκα τρόπο να αποπληρώσω το δημόσιο χρέος του Εκουαδόρ, πόσο μάλλον του Victor! Και αφορολόγητα!

Κοιτάζω τον Victor και το δαιμόνιο του Ωνάση επικρατεί σε κάθε σκέψη μου.
Ο παλαβός φίλος μου έχει καταπιαστεί να τυλίξει ένα τσιγάρο-τυρόπιτα.
Το στρίβει σκέτο και το παπαριάζει στα σάλια. Μετά το θαυμάζει στο φώς και μου το προσφέρει με μεγαλοψυχία να το ανάψω. Ψιλοσιχαίνομαι, αλλά δεν είμαι τόσο μαλάκας ώστε να του το δείξω. Παφ! Παφ! Βρωμάει. Του το δίνω και σκέφτομαι ότι κάπως έτσι θα την πατάνε οι τουρίστες και στην Ελλάδα: Πενήντα ευρώ για 5 γραμμάρια Γκαζόν. Ο Victor χαζεύει την αγάπη του που παίζει βόλλευ. Μου δίνει το τσιγάρο και πέφτει ανάσκελα.
-Ε! Τάσος! Ωραίο δεν είναι;
-Ωραίο είναι, αλλά δε μυρίζει και τόσο ωραία…
-Έτσι είναι η μαριχουάνα. Δεν είναι και πολύ καλή, αλλά έχω καπνίσει και χειρότερα. Ξάπλωσε!
Ξαπλώνω και αρχίζω να βήχω. Αυτό το γκαζόν μου κατέστρεψε τα λαρύγγια!
Κατραπακιά. Οι μπύρες, τα Mojitos και η μαριχουάνα ήρθαν και έδεσαν με τα αμμώδη κωλαράκια με τα φωσφοριζέ μπικίνι και τα καβούρια. Αναστεναγμός. Pas mal
Παρατηρώ τα χιλιάδες καβούρια που τριγυρίζουν στην άμμο, γύρω μας. Μόλις κουνιέμαι, εξαφανίζονται στις καβουρότρυπές τους. Όχι ότι είναι δικές τους, σαν να λέμε τα σπίτια τους… Απλά χώνονται σε όποια τρύπα βρούν μπροστά τους, κι ας τα έχει προλάβει κάποιο άλλο, να πιάσει αμπάριζα. Μετά από λίγο, σκάνε μύτη κα’να δυο και επιθεωρούν την περιοχή. Αμέσως μετά, αν το πεδίο είναι ελεύθερο, βγαίνουν και τα υπόλοιπα.
Βολεύομαι στην πετσέτα μου και κλείνω τα μάτια μου, παραδομένος στον ύπνο που αποζητώ από το πρωί.

Σχόλια