20. Pacamefuit ή αλλιώς Παθαμεφούιτ


Ψάχνω για ταξί. Στην είσοδο του πάρκου, βλέπω την σύγχρονη Γουαγιακίλ να λιάζεται τεμπέλικα στην απέναντι όχθη. Έχει λιακάδα. Σαν τις δικές μας πολυ-διαφημισμένες. Μα, ετούτη η λιακάδα έχει κάτι μαγικό, αφού ο ουρανός έδω μοιάζει χαμηλότερος, άρα μεγαλύτερος. 
Το καπέλο μου έχει αρχίσει να ξεφτίζει από την κάψα. 
Αμφιταλαντεύομαι ανάμεσα στην τόλμη και την γοητεία: Να ζητήσω από την κοπέλα του ταμείου ένα ράδιο-ταξί, ή να κάνω νόημα σε κάποιο από αυτά που περιμένουν; 
Νιώθω περιπετειώδης, μα ο κομπλεξικός αμερικάνος συντάκτης του οδηγού μου φαίνεται κατηγορηματικός.ΜΗΝ το κάνεις”. Μέσα μου ξυπνάει ο αντιρρησίας και κάνει τη δική του μίνι-επανάσταση: Σηκώνει το χέρι μου, καθώς κουνάει τα πόδια μου, οδηγώντας με προς ένα ταξί. Ο οδηγός με βλέπει να πλησιάζω σαν μαριονέτα του fraggle rock. Αφήνει στην ειδική βάση τον χυμό του, στρώνει τον κώλο του στο κάθισμα, βάζει μπροστά τη μηχανή και λύνει το χειρόφρενο.

Τον λένε Ramon. Είναι ένας συμπαθέστατος σαρανταπεντάρης, που μοιάζει με εξηντάρη. Μου πιάνει την κουβέντα, όπως θα έκανε κάθε έλληνας ταξιτζής. Μόνο που -ώπα- δεν είμαστε στην Ελλάδα, αλλά στην Νότια Αμερική. Κι αυτό είναι σαφές, παρά την οικειότητα που αισθάνομαι, καθώς ο Ramon δεν βρίζει για την κωλοκατάσταση, ούτε παραπονιέται πως δεν υπάρχει κράτος. Δεν μιλάει με αγανάκτηση για το γεγονός ότι η γυναίκα του δουλεύει για $100 το μήνα σαν δασκάλα, ούτε που περνάει 12 ώρες σερί στο τιμόνι για να τα φέρει βόλτα. Απλά, τα αναφέρει, λες και πρέπει να με κατατοπίσει. 
Τον τσιγκλάω. Δεν μπορεί, όπου να'ναι θα αρχίσει τα μπινελίκια, ενδεχομένως σε άπταιστα πειραιώτικα. 
Μα, ο υπομονετικός ταξιτζής μου κάνει τη μια τρίπλα μετά την άλλη και καταλήγει χαμογελαστός να νοσταλγεί τη ζωή στην επαρχία. Τον τσιγκλάω περισσότερο, ελπίζοντας να τσακίσει και να τα ξεράσει όλα. Για την πουτάνα την κοινωνία και τη γαμημένη την κυβέρνηση. Το ξέρω, βαθιά μέσα μου, ότι η γνωστή κασέτα έχει παίξει πολλές φορές στο κεφάλι του. Και θέλω να τον ακούσω. “Και γιατί δεν γυρνάς πίσω;” του λέω με την πιο δήθεν αδιάφορο τόνο που διαθέτω στο αξιόπιστο dna μου. Εκείνος όμως, αντί να σπάσει και να αφεθεί σε λυτρωτικά δάκρυα ή επαναστατική υστερία, απλά κάνει δεξιά και σταματά αργά-αργά. 

Στο κεφάλι μου αναβοσβήνουν φωτάκια. Το μυαλό μου παρουσιάζει ξαφνική δραστηριότητα, σαν τον πίνακα ελέγχου του Τσέρνομπιλ, λίγα δευτερόλεπτα πριν το μπαμ. Θα με δείρει για την ειρωνία μου ή θα μου κλέψει τα λεφτά, το διαβατήριο και τα παπούτσια μου; Μάλλον όλα αυτά μαζί. 
Ανασύρω όλες τις ταινίες του Μπρους Λή, προσπαθώντας να θυμηθώ όλες τις καρατιές που είχαν περάσει μπροστά στα μάτια μου πριν από 20 χρόνια. Τζίφος. Τώρα πιάνω το ράφι του Τσακι Τσαν, μετά του Τσακ Νόρρις. Γαμώτο! Κανένας από αυτούς δεν μίλαγε ελληνικά, γι' αυτό και δεν έχω ιδέα πώς τα έκαναν! Κάτσε να σκεφτώ ψύχραιμα... Ο Σουγκλάκος; Πώς το έκανε ο Σουγκλάκος εκείνο που τους έπιανε από τη μέση και τους χτυπούσε στα ντουλάπια; Πού είναι τα ντουλάπια;
Μέχρι να αναλύσω όλες αυτές τις σύνθετες μνήμες -στις οποίες παρεμβάλλεται και ο Ψάλτης και ο Μεθυμασαιρεπούστη Γαρδέλης-, ο Ramon έχει βγει από το ταξί, το έχει φέρει μια βόλτα, και τώρα σκύβει στο παράθυρό μου. “Πάθαμεφούιτ”.

Ο Κουταλιανός σφίγγει το στέρνο του και ρεύεται δυνατά. Αφλογιστία.

Χαμογελάω ηλίθια και περιμένω το μπουκέτο. Μα, δεν γίνεται τίποτα. Στο δεξί μου μάτι ανοίγει μια χαραμάδα, ίσα για δω γιατί καθυστερεί η λάμψη της σφαλιάρας. Ο Ramon επαναλαμβάνει χαμογελώντας με άλλα λόγια: “Μας έπιασε λάστιχο”. Όπως είναι φυσικό, δεν έχω ιδέα για τί πράγμα μιλάει, καθώς η συγκεκριμμένη πρόταση δεν περιλαμβάνεται σε κανένα -μα, κανένα;- βιβλίο εκμάθησης ξένων γλωσσών. Όμως, αντιλαμβάνομαι από τον τόνο της φωνής του ότι δεν έχει σκοπό να με βλάψει. Τον κοιτώ και σηκώνω το φρύδι μου. Ο Ramon γράφει μερικούς γρήγορους κύκλους με το δάχτυλό του, κάνοντας “ΡΡΡΡΡΡρρ-παφ-φσσσσσσσσς”. Τον πιάνω. Χαμογελώ με το ύφος “Ε, το κατάλαβα με την πρώτη” και βγαίνω από το ταξί να εκτιμήσω τη ζημιά. Το λάστιχο κορδέλες. Πάει το μεροκάματο του ανθρώπου. Βγάζω λεφτά να τον πληρώσω. Με έχει πιάσει μια γλυκιά συμπάθεια. Τόσο γλυκιά που προτίθεμαι να τον κεράσω και άλλα πέντε δολλάρια, για τη γκαντεμιά που ενδέχεται να του προκάλεσα. Δεν παραμυθιάζομαι. Κατά βάθος ξέρω καλά ότι νιώθω τύψεις. Του δίνω τα χαρτονομίσματα, μα εκείνος τα αρνείται. Χωρίζω από το πάκο το πουρμπουάρ και του τα ξαναδίνω. Αρνείται και πάλι. Είναι πολύ πιο περήφανος από εμένα. Συνεχίζει να είναι ευδιάθετος.
Δεν σε πήγα εκεί που έπρεπε, άρα δεν πρέπει να με πληρώσεις”
Μα, αυτά συμβαίνουν. Σε παρακαλώ, πάρτα! Τουλάχιστον την αξία της διαδρομής μέχρι εδώ”
Αποκλείεται. Αυτό είναι παράνομο.” λέει μέσα από το ανοιχτό πορτ-μπαγκαζ. “Θα σου φωνάξω ένα ταξί... Αν και είσαι πολύ κοντά. Καλύτερα να περπατήσεις.”
Αποφασιστικά, πάω δίπλα του, απλώνω το χέρι στη ρεζέρβα και την τραβάω έξω. Με κοιτάζει εντυπωσιασμένος. “Αφού δεν με αφήνεις να σε πληρώσω, άσε με τουλάχιστον να σε βοηθήσω”. Χαμογελάει, κουνάει λίγο το κεφάλι του και βγάζει το γρύλλο και το σταυρό.
Σε πέντε λεπτά, η ρεζέρβα είναι στη θέση της. Δεν με έχει αφήσει να κάνω και πολλά, για να μην λερωθώ. Του σφίγγω επιδεικτικά το χέρι, για να λερωθώ. Όσο εκείνος πετάει το σκασμένο στο πορτ-μπαγκαζ, του ρίχνω διακριτικά τα χαρτονομίσματα στο κάθισμα του συνοδηγού και ξεκινώ να περπατώ. Λίγα μέτρα παρακάτω, σταματάει δίπλα μου. Μου ανοίγει την πόρτα χωρίς να πει κουβέντα.

Σχόλια