19. Belle époque
Parque
Historico
– Guayaquil
1900, 11 Ιουλίου 2008.
Στα
πλαίσια της «αναγέννησης της Γουαγιακίλ»,
πολλές ήταν οι εταιρείες που ανέλαβαν
να φέρουν σε πέρα κάποια μεγάλα έργα.
Μια Γειτονιά εδώ, ένα κτήριο εκεί...
Ειδικά
η Κεντρική τράπεζα του Εκουαδόρ, έχει
αναλάβει –μεταξύ άλλων- να αναπαλαιώσει
ένα κομμάτι της παλιάς πόλης που σώζεται
ακόμη… Μη φανταστείτε καμιά αναπαλαίωση
σαν την δική μας στην πλατεία Ομονοίας,
που λάμπει σήμερα από χλιδή (!).
Παλιοκαταστάσεις.
Σε μια προσπάθεια να αναδείξουν την
αρχιτεκτονική κληρονομιά που άφησε ο
19ος
αιώνας
σε αυτή την πόλη, αλλάζουν οι κακόμοιροι
τα σανίδια (ένα-ένα!) στα ξύλινα κτήρια
που βρίσκονται μέσα στα 8 περιφραγμένα
εκτάρια του Parco
Historico
de
Guayaquil,
δίπλα στον ζωολογικό κήπο της πόλης.
Αυτά άκουσα και είπα να επισκεφτώ το
μέρος, με την περιέργεια που διακατέχει
κάθε πιστό και άξιο απόγονο του Παυσανία
και του Ερατοσθένη. Ξεκίνησα με τον
ζωολογικό κήπο. Το ταξί με άφησε στην
είσοδο, όπου ένας συμπαθητικός νεαρός
τόλμησε να με ρωτήσει αν μιλάω ισπανικά
ή αγγλικά. Άκου τώρα ερώτηση!
-Μιλάω
και ισπανικά και αγγλικά.
Ο
συμπαθητικός νεαρός χαμογέλασε πονηρά
με ένα εκνευριστικό ύφος που σίγουρα
σήμαινε «ναι, καλά. Αν τα Αγγλικά σου
είναι όπως τα Ισπανικά σου, σωθήκαμε!».
Τον κοιτάζω θιγμένος. Πώς τόλμησε ο
ποταπός…
-Θα
προτιμούσατε λοιπόν την ξενάγησή σας
στα αγγλικά ή στα ισπανικά;
Να
‘μαι πάλι έκπληκτος με την εύστροφη
υπεκφυγή αυτού του αναιδούς πηθικομούρη
που- Αλλά για μια στιγμή. Είπε «ξενάγηση»;
Δηλαδή, στην συγκλονιστική τιμή των 3
δολαρίων περιλαμβάνεται και ξεναγός;
Αγγλόφωνος; Ισπανόφωνος; Και τα δυο; Ενώ
τα σκέφτομαι όλα αυτά υποψιασμένος και
προσπαθώ να διακρίνω την παγίδα που
σίγουρα έχουν στήσει αυτοί οι δόλιοι
Εκουαδοριανοί τουριστάνθρωποι στα
αθώα, ματσωμένα, αλλοδαπά θύματά τους,
ο νεαρός μου δίνει μια ευκαιρία να βγω
από τη δύσκολη θέση και να πάρω τα ηνία
της κατάστασης.
-Από
πού είστε;
(ΑΧΑ!)
-από
την Ελλάδα! Δεν έχετε οδηγό στα ελληνικά,
έχετε; Χαχα! Ε; Έχετε;
Τι
χάχας!
Το
παλληκάρι κοιτάζει τη συνάδελφό του
πίσω από το γκισέ. Εκείνη κουνάει αρνητικά
το κεφάλι της κι εκείνος απολογείται,
ζητώντας τον οίκτο μου. Σιγά μην είχαν!
-Όχι,
λυπάμαι, δεν έχουμε.
Κάτι
μέσα του πονάει. Τον νιώθω. Αιφνιδιάζομαι
από αυτό που νιώθω. Νιώθω συμπάθεια για
αυτόν τον νεαρό, ο οποίος στεναχωριέται
για αυτή την παράλειψη. Η κοπέλα στο
γκισέ μιλάει για πρώτη φορά, δικαιολογώντας
το αφεντικό της.
-Βλέπετε,
είστε ο πρώτος Έλληνας που έρχεται εδώ…
-Ω!
αλήθεια; Λέω, ο μαγεμένος μαλάκας από
την Αθήνα…
-Σε
7 λεπτά έχει ένα τουρ στα Ισπανικά και
σε μισή ώρα περίπου έχει ένα τουρ στα
Αγγλικά. Θέλετε να περιμένετε;
Για
κάποιον ανεξήγητο λόγο, μου τη δίνουν
τα τουρ. Ίσως επειδή αναγκάζομαι να
κάθομαι πίσω-πίσω , από ευγένεια επειδή
είμαι ψηλός αλλά είμαι και ψιλο-κουφός
και – καταλαβαίνεις… ίσως επειδή τα
τουριστικά γκρουπ μου θυμίζουν κοπάδια
από μοσχάρια που μασουλάνε ευτυχισμένα,
λίγα δευτερόλεπτα πριν από το μοιραίο
ηλεκτροσόκ που προηγείται από το
γδάρσιμο. Το δικό τους.
-Όχι,
θα προχωρήσω μόνος μου, ευχαριστώ.
-Πάρτε
τουλάχιστον αυτά τα φυλλάδια, που θα
σας καθοδηγήσουν στο μονοπάτι.
Αντε
και τα πήρα, τι να πρωτο-κοιτάξω; Το χαρτί
ή αυτό το τεράστιο μανγκρόβιο δάσος με
τους φίκους και αυτά τα παράξενα φυτά
που κρεμάσαν τις ρίζες τους -σαν λεπτά
πλοκάμια- στα υφάλμυρα νερά, πίσω από
εκείνα τα κλαδιά που δεν είναι από ξύλο,
αλλά από σίδερο.
Ώπα!
Από
τι;
Πρόσεξε:
είμαι σε ένα ζωολογικό κήπο. (κακό πράγμα
οι ζωολογικοί κήποι, γενικά) με μεγάλα
κλουβιά, τα οποία δεν έχουν ίσια κάγκελα,
αλλά κάγκελα που δεν ξεχωρίζουν από τα
κλαδιά…. Έξυπνο, δε λέω… Και αποτελεσματικό,
αν το έχεις βάλει σκοπό να βρεθείς στην
ακτίνα βολής ενός τζάγκουαρ ή μιας
αγέλης αγριογούρουνων. Πατάω σε ένα
ξύλινο μονοπάτι με δυο κουπαστές δεξιά
και αριστερά. Αυτό το μονοπάτι περιδιαβαίνει
ανάμεσα στα κλουβιά που δεν μοιάζουν
με κλουβιά και καταλήγει σ’ ένα παράξενο
χωροχρόνο, εκατό χρόνια πίσω, τότε που
η Γουαγιακίλ ήταν ένα μεγάλο λιμάνι του
Ειρηνικού. Τώρα περπατώ σε ένα πλακόστρωτο.
Γύρω μου, δεν υπάρχει τίποτα που να
μαρτυρά ότι είμαι στον εικοστό πρώτο
αιώνα, παρά μόνο οι λάμπες στα φανάρια
του δρόμου και οι υπόλοιποι τουρίστες.
Α! και η θέα της Σύγχρονης Γουαγιακίλ
στην απέναντι όχθη του ποταμού.
Μια
γοητευτική κοπέλα με κρινολίνο φωνάζει
τον γιό της που τρέχει κυνηγώντας ένα
τσέρκι. Ο δήμαρχος με το ημίψηλο και ο
γιατρός, υποδέχονται έναν νεαρό με
ψαθάκι που μόλις έφτασε με το ιππήλατο
τραμ. Πρέπει να είναι ο δάσκαλος του
σχολείου και εγώ πρέπει να τα έχω χάσει
τελείως, μια και όλα αυτά τα βλέπω και
τα ακούω να συμβαίνουν μπροστά μου! Και
δεν έχω και κανέναν να με τσιμπήσει.
Κοιτάζω γύρω μου και αντιλαμβάνομαι
ότι και οι άλλοι τουρίστες έχουν στρέψει
την προσοχή τους προς την σουρεαλιστική
σκηνή. Φυσικά, πρόκειται για ένα πολύ
σωστά σκηνοθετημένο σκετς που φαίνεται
πέρα για πέρα αληθινό, με την ελαφρότητα
ενός απλού, εγκάρδιου χαιρετισμού. Το
σκετς τελειώνει και κοιτάζω χαμογελώντας
τους τελευταίους τουρίστες που
φωτογραφίζονται ανάμεσα στον δήμαρχο
και την γυναίκα με το κρινολίνο. Ζηλεύω
λίγο και βλαστημώ ξανά για τη χαλασμένη
φωτογραφική μου! Καταραμένη Olympus!
Νιώθω
ένα χέρι να με πιάνει ευγενικά από το
μπράτσο.
-Ε!
φίλε μου Έλληνα! Περνάς καλά;
Είναι
ο ευγενικός νεαρός από την είσοδο του
πάρκου. Σχόλασε και είπε να έρθει να με
βρει, ώστε να μου λύσει κάθε απορία, μιας
και δεν εντάχθηκα σε κάποιο μοσχο-γκρουπ.
Με συστήνει στους ηθοποιούς του σκετς.
Μιλάνε για το πάρκο.
«Είμαστε
ευτυχισμένοι που δουλεύουμε εδώ, σε ένα
τόσο όμορφο μέρος. Εδώ η Τράπεζα έχει
κάνει ένα μικρό θαύμα. Εδώ και δέκα
χρόνια έχει ξεκινήσει ένα τεράστιο έργο
αναπαλαίωσης, με στόχο να προσφέρει ένα
χώρο αναψυχής στους κάτοικους της
μεγαλούπολης, δίπλα σε ένα προστατευόμενο
υδροβιότοπο. Αυτό που βλέπετε σήμερα
είναι μόνο ένα μικρό κομμάτι του έργου.
Πιο πίσω υπάρχουν και άλλα κτήρια. Κάποια
είναι ήδη στα τελευταία στάδια της
αναπαλαίωσης. Κάποια άλλα είναι απλά
σκηνικά, που εξυπηρετούν στο να αποδώσουν
την έννοια της «πόλης». Πιο μέσα, υπάρχει
η καλύβα του αγρότη, δίπλα στην οικογενειακή
«χασιέντα» του γαιοκτήμονα. Έτσι
αποδίδεται και ο τρόπος ζωής των αγροτικών
περιοχών της επαρχίας Γκουάγιας. Πριν
μερικές μέρες τελείωσε η εκκλησία και
τώρα φτιάχνουν τον πλακόστρωτο δρόμο
από πίσω.».
Πλάκα
μου κάνουν!
-Πότε
υπολογίζουν να το τελειώσουν;
-Κανείς
δεν ξέρει, γιατί κανείς δεν έχει καταφέρει
ακόμα να οραματιστεί το τελικό σχέδιο
της «Γουαγιακίλ 1900». Υπολογίζουν ότι
σε άλλα 10 χρόνια θα είμαστε σε ένα
ικανοποιητικό στάδιο. Πάντως τα έργα
που έχουν ξεκινήσει μέχρι σήμερα θα
έχουν ολοκληρωθεί για τη μεγάλη γιορτή
της Πόλης μας, σε μια δεκαριά μέρες.»
Βλέποντας
το εργοτάξιο στο βάθος δεν μπορώ παρά
να το συσχετίσω με την Αθήνα λίγο πριν
τους Ολυμπιακούς. Ίδιο μπάχαλο, μόνο
που εδώ είναι κάπως πιο… οργανωμένο!
Ακολουθώ
τα σήματα και φτάνω στη χασιέντα.
Πρόκειται για ένα μεγάλο ξύλινο αγρόκτημα
που μεταφέρθηκε ΟΛΟΚΛΗΡΟ από μια φυτεία
100 χιλιόμετρα μακριά από τη σημερινή
του θέση. Ένα δεύτερο σκετσάκι λαμβάνει
χώρα εδώ. Αυτή τη φορά κάθομαι ανάμεσα
σε άλλους ισπανόφωνους μητουρίστες από
τη Βενεζουέλα και την Κολομβία, σε μια
ξύλινη εξέδρα. Η υπηρέτρια καλύπτει με
μια φαρμακερή ανταπόκριση τα γεννητούρια
του γιού του αφεντικού, ενώ το ευτυχές
ζευγάρι απολαμβάνει την καθημερινότητά
του.
Πίσω
από ένα χορταρένιο φράχτη, στέκεται η
καλύβα του αγρότη, διώροφη, φτιαγμένη
από μπαμπού, φοινικόκλαδα και κορμούς.
Τα πατώματα είναι φτιαγμένα με τσακισμένα
μπαμπού και τρίζουν κάτω από τα βήματά
μου. Γύρω μου, απλότητα που παρακαλάει
να ξαναβρεί ο Δυτικός Άνθρωπος με το
ερκοντίσιον. Οικόσιτα ζώα, που μοιάζουν
ευτυχισμένα, ανακυκλώνουν τα οικιακά
απορρίμματα και προσφέρουν τροφή και
έργο. Χάνομαι στις σκέψεις μου και
αναρωτιέμαι «Μα, αφού δούλευε αυτό το
σύστημα, γιατί βρεθήκαμε στο τσιμέντο;
Τι κάναμε λάθος; Τι το χρειάζεσαι το
blender,
γαμώ το σπίτι σου;»
Μιλάω
με τον ηθοποιό που «παίζει» τον αγρότη
και διαπιστώνω πως δεν είναι καθόλου
ηθοποιός! Είναι όμως αγρότης! Μαθαίνω
ότι υπάρχει ακόμα κόσμος που ζει έτσι
στις αγροτικές περιοχές. Έτσι, σε ξύλινες
καλύβες, χωρίς ρεύμα και κλιματισμό,
χωρίς σκοτούρες και τηλέφωνα. Τι ευλογία!
Ο
Αγρότης πιάνει μια κιθάρα, την κρεμάει
στο ώμο του και αρχίζει να μουρμουρίζει
ένα τραγούδι. Κουρντίζεται. Πιάνει μια
μελωδία που μου φέρνει στο μυαλό κάτι
από Κρήτη. Οι στίχοι, αστείοι, μιλάνε
για κρυφούς έρωτες που δεν ικανοποιούνται,
παρά μόνο με την πονηριά του έξυπνου
εραστή της κατώτερης τάξης. “Να σου
δώσω μια κότα, να μου δώσεις τη γυναίκα
σου!” Εύθυμες μαντινάδες στα ισπανικά.
«Que
viva
la
familia!»
«Γειά σου κι εσένα ωρέ Μανωλιό!»
Σχόλια