18. Το τρίκυκλο παπάκι πάει στην ποταμιά.
Salitre,
10 Ιουλίου 2008
Τα
τα τοπππικ΄κά λεωφφφφορεί αα κου νάνάνννν
ν νε!
Ακόμα κι αν δεν είχε λακκούβες ο
επαρχιακός δρόμος, είμαι βέβαιος ότι
πάλι θα κουνούσαν! Η 14ιντση τηλεόραση
τρέμει στην καφέ αυτοκόλλητη ταινία
που την στηρίζει στο ράφι της. Στην οθόνη
o
Ιντιάνα έχει πάρκινσον. Και η Κιβωτός
επίσης. Το dvd
πηδάει. Μόλις βγήκαμε από τη Γουαγιακίλ,
και πάμε σε ένα εξωτικό μέρος που
συνηθίζει να πηγαίνει για μπάνιο ο
loco-Victor.
Η
ασχετοσύνη μου περί των υπεραστικών
λεωφορείων είναι ακόμα κυρίαρχη επί
των περιπετειωδών ενστίκτων που με
έφεραν σε αυτή τη χώρα.
Δεν
το ξέρω ακόμα, αλλά την έχω ψυλλιαστεί:
Σε λίγες ώρες ο θρυλικός Θησέας (κι
αυτός, πρόγονός μου ήταν) θα έχει
επικρατήσει και θα διψάει για περιπέτεια,
κάνοντάς με ένα μανιασμένο τουρίστα.
Σε λίγες μέρες θα έχω πετάξει τα νάυλον
από το δερμάτινο σαλόνι της πολυτελούς
σνόμπ ύπαρξής μου· και τότε θα είμαι
έτοιμος να βυθιστώ στις σκονισμένες
αμερικανοβλαχιές του Ιντιάνα Τζόουνς
(ισπανιστί: Ιντιάνα Χόνες!) που δεν
κουβαλάει ούτε μια αλλαξιά σώβρακα,
παρά μόνο ένα μαστίγιο. Λες να έχασε κι
αυτός το σάκο του; Και το μαστίγιο; Πώς
το έφερε; Χειραποσκευή; Μα, επιτρέπεται;
Απλά,
δεν είχα ιδέα ούτε πού πήγαινα, ούτε
πώς. Ο Victor
είχε αναλάβει όλα τα διαδικαστικά και
μου έλεγε μόνο πότε να πληρώσω και πόσα.
Το
Salitre
είναι κάπου… Κάπου. Αυτό είναι σίγουρο.
Κι αυτό είναι μια καλή αρχή. Για να πας,
αλλάζεις δυο λεωφορεία. Διασχίζεις
τεράστιες φυτείες φοινικόδεντρων
(!?!?!) και bamboo,
βλέπεις με τα μάτια σου αμέτρητες καλύβες
στο πουθενά, που έχουν στα παράθυρα
κρεμασμένα πανιά. (Αυτή είναι η πρώτη
μου επαφή με την Εκουαδοριανή ύπαιθρο)
Μετά, κατεβαίνεις σε ένα ρημαδοχώρι
(αυτή είναι η δεύτερη).
Από
εκεί, νοικιάζεις ένα τρίκυκλο και πας
στην παραλία, στις όχθες ενός ποταμού
που δεν έχω ιδέα πώς λέγεται. Ίσως
Salitre.
---
---
Στάση
επεξήγησης:
Τρίκυκλο. Με αυτή τη λέξη είθισται να αναφερόμεθα σε ένα όχημα με τρείς τροχούς, το οποίο απαντάται ειδικά στο Salitre. Το μυθικόν αυτό όχημα οδηγείται από έναν –συνήθως ανήλικο- οδηγό, ο οποίος κάθεται καβάλα σε μια μηχανή, συνήθως παπάκι, και τρέχει δαιμονισμένα. Όπισθεν της πλάτης του ατρομήτου οδηγού, βρίσκεται σταθερά προσαρτημένη μια καρότσα με δυο τροχούς –συνήθως από παπάκι-, στην οποία κάθονται-δεν-κάθονται τέσσερις φραπέ ενήλικες. Στο σύνολο, τρία παπάκια ανά δυο τρίκυκλα. Εννοείται ότι η σύνθεσις περιστολίζεται με κρόσσια, χάντρες και παναγίτσες.
Très
folclore~!
Κρατήσου
τώρα γιατί στρίβει!
----
----
Η
παραλία είναι μια αμμουδιά στην όχθη
ενός ποταμού. Ο χωματόδρομος την ακολουθεί
κατά μήκος. Στην δεξιά πλευρά του
χωματόδρομου, προς το ποτάμι, μια
τριανταριά καλύβες από μπαμπού και
φοινικόφυλλα προσφέρουν σκιά στους
επισκέπτες, στα σκυλιά και στα γουρούνια
(!!?!?!?!?!). Στα αριστερά του χωματόδρομου,
μια τριανταριά καλύβες από τσιμεντόλιθους
και λαμαρίνες προσφέρουν στέγη στους
μαγαζάτορες και μπύρες στους πελάτες.
Αυτό. Ενώστε τις κολώνες με μερικές
αιώρες, προσθέστε δυο τραπέζια από
πιτσικαρισμένη φορμάικα, βάλτε και
μερικές πλαστικές καρέκλες «τουγύφτου»
και έχετε την εικόνα. Ειδυλλιακά.
Πιο
πάνω, πιτσιρίκια πλατσουρίζουν στα θολά
νερά, ανάμεσα στα ψαροπούλια και τους
πελαργούς.
Νιώθω
παράξενα. Ψαρωμένα. Ο Victor
έχει βάλει το μαγιό του και κατευθύνεται
προς το ποτάμι. Το σκέφτομαι. Δεν με
εμπνέει. Σιγά τις παραλίες. Έχουμε κι
εμείς, καλύτερες! Εδώ κι εκεί άσπρες
λινάτσες ξεπετάγονται από τα αναχώματα
και σπάνε τη γκρίζα μονοτονία της άμμου.
Πιο πέρα, απέναντι, πυκνό τοπικό δάσος
σκύβει πάνω στο ποτάμι. Μήπως έχετε κι
από αυτό;
Θέλω
το χρόνο μου.
«Μα,
καλά, μαλάκας είσαι; Βλέπεις κανέναν να
φοράει παπούτσια; Quanto
estas
en
Salitre,
hace
como
los
Salitrenos».
Κι αν
μου τα κλέψουν; Μην είσαι χαζός! Εδώ
κανείς δεν χρειάζεται παπούτσια.
Βγάζω
τα παπούτσια μου, πατάω ξυπόλυτος την
άμμο, γειώνομαι. Κάτι καλό συμβαίνει
εδώ. Βάζω το μαγιό μου (είπαμε: κάνε ό,τι
κάνουν) και πάω να κάτσω στην ακροποταμιά.
Ο locoVictor
κάνει το κούτσουρο, ακολουθώντας ανάσκελα
το ρεύμα του ποταμού. Με παίρνει χαμπάρι
και με φωνάζει. Θέλω το χρόνο μου. Βάζω
το πόδι μου στο νερό. Ο Victor
μου πετάει νερά. Βουτάω. Το ποτάμι κυλάει
αργά. Με παρασύρει κι εγώ κολυμπάω
ανάποδα. Δεν είναι και εύκολο. Το ποτάμι
παίζει μαζί μου και προσπαθεί να με
κάνει λιγότερο επιφυλακτικό. Καλύτερα
να σταθώ στα πόδια μου και να πλατσουρίσω
με τον τρελό φίλο μου.
Τώρα
είμαι στα ρηχά και κάνω το καϊμάν.
Μπρούμυτα στην επιφάνεια του νερού,
βλέπω τον Victor
που πάει στο μαγαζί, πίσω από την καλύβα.
Αμέσως, μια θεία αρχίζει να καθαρίζει
ψάρια. Θα φάμε!
Σχόλια