17. Άσε ρε τις Σάλσες…
Guayaquil,
9 Ιουλίου 2008
Ο
Victor
πρότεινε να πάμε να χορέψουμε salsa.
Εννοείται πως γουστάρω τρελά. Όχι ότι
χορεύω. Αλλά θα μπορούσα να κάτσω σε μια
γωνιά με ένα σούπερ-ποτό και να χαζεύω.
Στο μυαλό μου χοροπηδάνε ολοστρόγγυλα
κωλαράκια που λικνίζονται πέρα-δώθε
κατά τα πρότυπα του προϊστορικού
video-clip
του lambada.
Ονειρεύομαι το στερεότυπο που μου είχανε
πουλήσει τότε, στη τρυφερή ηλικία των
16: Ξεροψημένα τροπικά κορίτσια με μίνι
φουστίτσες και καμπύλες που σκοτώνουν
με την πρώτη ματιά, πρόθυμα να ξεσηκώσουν
τον ευγενή ξερολούκουμο τουρίστα, με
απόλυτα ευγενή ερωτικά κίνητρα.
Que
coño!
Εδώ
μέσα, ο μόνος φυσιολογικός μοιάζει να
είναι ο DJ.
Εννοείται ότι ο ΑΠΟΛΥΤΑ φυσιολογικός
είναι ο Victor,
που α) είναι φυσιολογικός, β) συνοδεύεται
από την Karin
και γ) είναι και στο στοιχείο του. Εγώ
είμαι απλά εξωγήινος. Ο μπάρμαν έχει
σταυρώσει τα χέρια του και στηρίζεται
με τους αγκώνες του στο μπαρ, σαν να
προσεύχεται απελπισμένος για την τύχη
του, κοιτάζοντας επίμονα την γαλάζια
πετσέτα προσώπου που είναι στρωμένη
–ολομόναχη- στη άδεια μπάρα. Ούτε ποτήρι
με ανακατευτήρια, ούτε χαρτοπετσέτες,
ούτε ομπρελίτσες, ούτε κάτι που να
θυμίζει –τέλος πάντων- τυπική ευρωπαϊκή
μπάρα. Κενό. Ίσιωμα. Να σε παίρνει ο
κατήφορος και να μην σε σταματάει κανένα
σέικερ, μπλέντερ, άντε οδοντογλυφίδα…
Κοιτάζω
γύρω μου. Όλοι –μα, όλοι- οι θαμώνες
πίνουν μπύρα.
«Μα,
καλά, δεν φτιάχνει ποτά;» Ρωτάω τον
Victor.
Εκείνος ολοκληρώνει τη φιγούρα του και
με ρωτάει «Θες ποτό;». Συνήθως, όταν μου
απαντούν με ερώτηση κωλώνω. Έτσι και
τώρα. «Άσε καλύτερα…». Ο Victor
γελάει. «Όχι, μια χαρά είναι τα ποτά εδώ,
αλλά είναι ακριβά…». Γουρλώνω τα μάτια
μου. «Δηλαδή, πόσο ακριβά;» «$4!». Ο
πειρασμός είναι τεράστιος, ωστόσο
αποφασίζω να μην προκαλέσω με μια (δυο,
τρεις, τέσσερις) επίδειξη πλούτου. «Θα
πάρω μπύρα. Κλούμπ!».
Δυνατή
Salsa.
Οπτικοακουστικό ξεφάντωμα σε δυο οθόνες
lcd
και –για όσους έχουν αστιγματισμό- σε
μια τεράστια οθόνη με προτζέκτορα, που
στέλνει φως παντού.
Φως!
Βλέπω!
Εκουαδοριανές με πρωτόγονες καμπύλες
που χορεύουν salsa,
bachata
και άλλους συναφείς χορούς. Στην
περιγραφή, μοιάζει με το περιβόητο
video-clip,
αλλά ποιοτικά χωλαίνει.
Γύρω
μου καπελάκια jockey
με αμερικάνικες μάρκες και μουστάκια.
Μανιασμένοι 40άρηδες που μασουλάνε
τσίχλα σε υστερικούς ρυθμούς. Κοκαΐνη;
Ίσως. Άλλωστε η Salsa
εισάγεται κι αυτή από την Κολομβία. Τώρα
στην οθόνη βλέπω γυναικείο μποξ. Αλήθεια.
Μια μαυρούκα έχει σαπακιάσει στις
μπούφλες μια ξανθιά. Αίμα και ιδρώτας.
Ένας
τύπος με κοντομάνικο πουκαμισάκι και
παντελόνι με τσάκιση χορεύει με μια
στρουμπουλή mixta
που φοράει τζην και γαλάζιο δαντελένιο
φανελάκι. Η πόρτα ανοίγει και ένας νέος
θαμώνας μπαίνει στα μαγαζί. Όλες γυρίζουν
στη μυρωδιά του φρέσκου κρέατος. «Πάμε
να φύγουμε;» «Πάμε!» Παραμερίζουμε τις
κοπέλες-διασκεδάστριες που πληρώνονται
από τον μαγαζάτορα για να χορεύουν με
τους πελάτες και βγαίνουμε στον λιγότερο
πηχτό αέρα της λεωφόρου.
Ένας
αρουραίος μου λέει «καληνύχτα» και
χάνεται στη σπασμένη σχάρα του υπονόμου.
Πφφ… σιγά… έχουμε και στην Αθήνα
αρουραίους που λένε «καληνύχτα».
Σχόλια