14. Loco-Victor
Γουαγιακίλ,
09 Ιουλίου 2008.
Έχω
συνεννοηθεί να συναντήσω τον Victor,
ένα φίλο μιας φίλης μιας γνωστής μου,
στις αφίξεις. Δεν τον έχω ξαναδεί. Του
έχω ζητήσει να φορέσει μια κόκκινη
μπλούζα, για να τον γνωρίσω. Σιγά μην
κατάφερνα να συνεννοηθώ. Τελικά εκείνος
κατάλαβε ότι εγώ θα φορούσα μια κόκκινη
μπλούζα. Πάντως βρεθήκαμε. Ανταμώσαμε.
Συστηθήκαμε. Ο Victor
είναι ο άνθρωπός μου. Ο φύλακας άγγελός
μου και ο συμβουλάτορας που θα κάνει
την διαμονή μου σε αυτήν την κακόφημη
πόλη, λίγο πιο ασφαλή. Ψηλόλιγνος, με
σπαστά, σκούρα, μακριά μαλλιά πιασμένα
σε κοτσίδα. Ο Victor
είναι cool.
Πολύ cool.
Το νιώθει το παλικάρι. Μοντέρνο πουκαμισάκι
με κοντό μανίκι, τζήν κάπρι και άσπρα
ταλαιπωρημένα σεμπάγκο. Το μάτι του,
πιο κοφτερό και από το σπαθί του καβαλάρη,
σαν τη φωτιάαα –σαν φωτιάαααα- σαρώνει
τα πάντα στο χώρο. Εντοπίζω το επίκεντρο
της ανησυχίας του: Γυναίκες. Εισαγόμενες.
Γυναίκες. Παλιννοστούσες. Γυναίκες.
Συνειδητοποιώντας
αυτή την αδυναμία του, τραβώ σαστισμένος
το χέρι μου από την slow-motion
χειραψία. Εκείνος αντιλαμβάνεται ότι
τον έκανα τσακωτό και μου απαντά με ένα
πλατύ χαμόγελο. Βλέπω ένα κενό ανάμεσα
στους κοπτήρες του και αποφαίνομαι:
Είναι ευφυής! Ο Victor
είναι εδώ, μπροστά μου, πρόθυμος να με
προστατέψει, εμένα και τα παπούτσια
μου. Βγαίνουμε από το αεροδρόμιο στην
ΑΠΙΣΤΕΥΤΗ ΥΓΡΑΣΙΑ της Guayaquil.
-E!
Victor,
πού πάμε τώρα;
-Πάμε
σπίτι να αφήσεις τα πράγματά σου και
μετά πάμε να δεις λίγο την πόλη
-και
να πιούμε και καμιά μπύρα, ε;
Χωρίς
περιστροφές ο Victor
μου εξηγεί πώς έχουν τα οικονομικά του.
Ότι –δηλαδή- δεν την παλεύει για μπύρες
και άλλα περιττά έξοδα.
Χωρίς
περιστροφές του απαντώ ότι είμαι
διατεθειμένος να πληρώνω διπλά τα έξοδά
μου, αρκεί να τον έχω στο πλευρό μου.
Χωρίς
περιστροφές αρνείται
Χωρίς
περιστροφές του εξηγώ ότι όποιος
δουλεύει, αμείβεται.
Χωρίς
περιστροφές δέχεται και προτείνει να
πάμε για μπύρες στην παλιά πόλη.
Λίγα
λεπτά αργότερα, ανηφορίζουμε τα
4.222.531.341 σκαλοπάτια της πλαγιάς της Santa
Ana,
προς τη συνοικία Las
Peñas,
της πιο
παλιάς
γειτονιάς της πόλης. Δεν είναι μεγάλη,
σε μισή ώρα την έχω γυρίσει όλη. Μα είναι
όμορφη! ΠΟΛΥ όμορφη. Χρώματα που μου
τρυπούν τα μάτια και καρφώνονται στο
μυαλό μου, αλλάζοντας για πάντα την
υποκειμενική αισθητική μου. Σανιδένιοι
τοίχοι και ριγέ προσόψεις, ξυλόγλυπτα
φουρούσια, χαγιάτια και αναδιπλούμενα
μισάνοιχτα -ή μισόκλειστα- πατζούρια
γερμένα ναζιάρικα, μού μιλούν πολυφωνικά
για τη δεξιοτεχνία (οι Σάξωνες το
ονομάζουν “craft”
-όσο
και να σκαλίσω το μυαλό μου, καμιά
ελληνική λέξη δεν αρκεί για να καλύψει
αυτή την έννοια) των τεχνιτών που τα
έφτιαξαν, πριν από δενξερωκιεγωπόσα
χρόνια, για να στεγάσουν πειρατές,
ναύαρχους, προέδρους... Σε κάθε στροφή
της ανηφόρας, το φάντασμα του Μαυρογένη
μου κλείνει το μάτι, ενώ ο captain
Hook γελάει
μοχθηρά, πίσω από βεραμάν παραθυρόφυλλα,
με το λαχάνιασμά μου.
Δεξιά
και αριστερά, μικρά μπαράκια προσπαθούν
φιλότιμα, αλλα χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία,
να δροσίσουν τα λαρύγγια των περαστικών.
Υγρασία 90% και θερμοκρασία 24οC.
Σταθερά, χειμώνα-καλοκαίρι. Στάζω. Ο
Victor
αρχίζει να μιλάει ακατάληπτα ισπανικά.
Μα, αυτά δεν είναι η γλώσσα που μάθαινα
τόσο καιρό, είναι κάτι άλλο. Του ζητώ να
μου μιλάει λίγο πιο αργά κι εκείνος,
αποφασισμένος να μου διηγηθεί την
ιστορία της ζωής του, δυσανασχετεί καθώς
συνειδητοποιεί ότι θα του πάρει κάμποσο
για να μου τα πει όλα.
Καθόμαστε
σε ένα μπαρ. Άσπρο και φωτεινό. Μοναδικό
διακοσμητικό χαρακτηριστικό του
καταστήματος, κάτι τέλος πάντων που θα
μου έδινε μια τόση δα αφορμή για να γράψω
κάτι, είναι ένα ψυγείο Pilsener,
γεμάτο με παγωμένο υγρό χρυσάφι. Τα
μάτια μου υγραίνονται στην ανακουφιστική
θέα του παχνισμένου τζαμιού. Ξεροκαταπίνω.
Ο Victor
με κοιτάζει μια και καλή, από πάνω μέχρι
κάτω, με τη σοβαρότητα γυναικολόγου που
έρχεται αντιμέτωπος με την πρώτη έμμηνο
ρύση κάποιας ανίδεης τραβεστί. Με
κοιτάζει αδιάκριτα. Αμίλητος, ανέκφραστος,
σκανάρει τα σπλάχνα μου κι ακόμα παρά
μέσα. Νομίζω ότι ντρέπομαι. Παίρνω το
ύφος της ανίδεης τραβεστί και τον ρωτάω
αθώα: «Τι!;» Ο Victor
μισοκλείνει τα μάτια με ύφος «τίποτα,
κάνε δουλειά σου» και τον ξαναρωτώ.
-Τι!;.
-Διψάς;
Η
άγνωστη λέξη με σαστίζει. Διψάω. Διψάω
πολύ, αλλά δεν ξέρω πώς να του το πώ.
-Tengo
δίψα.
-Θες
μπύρα;
-Αμέ!
Σηκώνεται,
ανοίγει το παγωμένο θησαυροφυλάκιο και
πιανει μια μπουκάλα που δακρύζει στην
επαφή του υγρού αέρα. Τώρα που τα
ξανασκέφτομαι, είναι αρκετά πιθανό να
δάκρυζε από ευτυχία που με είδε,
γνωρίζοντας ότι όταν ακουμπήσει τον
ξαναμμένο ουρανίσκο μου, ένα μικρό θαύμα
θα λάβει χώρα, εκπληρώνοντας την σφοδρή
επιθυμία μου, να τη γευτώ.
Ανοίγει
τη μπύρα και σερβίρει σε δυο γυάλινα
ποτήρια. Αργείς! Αργείς και διψάω!
-Γιατί
δεν πήρες κι άλλο μπουκάλι;
-Σ’
αρέσει να πίνεις μόνος σου; Εδώ, στο
Εκουαδόρ, έτσι πίνουμε τη μπύρα: Σε μικρά
γυάλινα ποτήρια. Είναι πιο συντροφικό
το να μοιράζεσαι από το να πίνεις το
μπουκάλι μόνος σου. Δεν είναι;
Κουνάω
το κεφάλι μου σαν αυτιστικός, εξοργισμένος
rainman
που άκουσε μια απίστευτη μαλακία.
Διαφωνώ, αλλά συμφωνώ κιόλας. Ο ελληνάρας
μέσα μου έχει ανέβει στο τραπέζι και
ουρλιάζει τον εγωϊσμό του! Δώσε μου τη
μπύρα μου ρε καργιόλη! Από την άλλη, ο
συλλογισμός του «μοιράζεσθαι» μού
βγάζει νόημα, όχι μόνο σε αυτή τη φτωχή
άκρη του κόσμου, αλλά γενικότερα. ΔΙΨΑΩ
ΡΕ ΚΑΡΓΙΟΛΗ!
Έχει
πάει αργά. Θέλω να αφαιρέσω τον κολλημένο
ιδρώτα από πάνω μου με τη στλεγίδα, να
πλυθώ και να κουρνιάσω. Θέλω ένα κρεβάτι,
σε ένα μέρος που να μπορώ να το αποκαλέσω
“σπίτι μου”.
Ο
Victor
μου
προτείνει, χωρίς δεύτερη σκέψη, ένα
ξενοδοχείο κοντά στο σπίτι του, στη
διασταύρωση της av.
Bolivia
με την Av.
Del
Ejercito.
Σχόλια