11. Σύντομη πραγματεία για το Γιούκα.
Κίτο, 8 Ιουλίου 2008 -Kallari.
(Καφέ-μπαρ-εστιατόριο που υποστηρίζει
κάποιες φυλές του Αμαζονίου.)
Ήπια
κακάο. Αληθινό. Καμία σχέση με το έτοιμο,
του Παυλίδη. Αλλά δεν είναι εκεί το θέμα (προς το παρόν, τουλάχιστον)
Έφαγα
και Γιούκα. (εδώ είμαστε, τώρα κεντράραμε.)
Το
είδα να περνάει δίπλα μου τηγανιτό, σε
μια ξύλινη πιατέλα που προοριζόταν για
το διπλανό τραπέζι.
Το κοίταξα με
λαιμαργία, με κοίταξε κι αυτό και
αγαπηθήκαμε.
Το ζήτησα από τον σερβιτόρο
του. Του είπα ότι έχω καλό σκοπό και ότι
το ποθώ και με ποθεί και δεν ζητάω προίκα.
Λίγα
λεπτά αργότερα, ο σερβιτόρος έκανε τις
επίσημες συστάσεις
-Από
εδώ ο Γκρίνγκο, από εδώ το Γιούκα.
-Εχμ...
είναι από τον κορμό του Γιούκα; Ρώτησα,
ο αδαής, ελπίζοντας ότι στην ταράτσα
μου έχω τελικά κάτι χρήσιμο και νόστιμο.
Ο
σερβιτόρος με κοιτάζει αμίλητος. Αν
είχε υπόψη του εκείνο στο οποίο αναφέρομαι,
θα έλεγε
-Όχι
δεν είναι αυτό το ενοχλητικό που βλέπεις
πεταμένο στα σκουπίδια, χωρίς τη γλάστρα,
στην Ελλάδα. Το δικό μας Γιούκα είναι
μια ρίζα, σαν πατάτα.
Κοιτάζω
ξανά τα τηγανιτά κομμάτια στην πιατέλα
και δεν μπορώ να περιμένω να κρυώσουν.
Σκεφτομαι
ότι δύσκολα θα βγάλω άκρη με το γαστρονομικό
λεξιλόγιο εδώ, καθώς αναφέρονται σε
άλλο φυτικό και ζωικό βασίλειο. Πλάν'τανος
λένε τις πράσινες μπανάνες, Γιούκα λένε
τις Μανιόκες (αυτό το έμαθα αρκετά χρόνια
μετά), αναρρωτιέμαι πώς λένε τους
Πλάτανους και τα Γιούκα...
Δαγκώνω
την πατάτα-Γιούκα και καυτό φοινικέλαιο
τρέχει στα ούλα μου. Γαμώτη μου! Φυσάω
και ξεφυσάω. Ένας σώφρων άνθρωπος θα
έκανε υπομονή. Εγώ έκανα την καρδιά μου
πέτρα και έχωσα το καυτό κομμάτι στο
στόμα μου, ενώ δάκρυα έτρεχαν από τα
μάτια μου.
Για
να κρυώσει -κάπως- το υπόλοιπο κομμάτι,
το βυθίζω στο μπολ με τη σάλτσα (που δεν
μου είχαν πει, οι κακούργοι, ότι καίει
σχεδόν όσο η Κόλαση). Απτόητος, συνεχίζω
να μασάω τη λάβα, ελπίζοντας ότι ο
οισοφάγος μου δεν θα ζητήσει αποζημίωση
για τα εγκαύματα.
Κι
άλλα δάκρυα: Δάκρυα πόνου και δάκρυα
λαιμαργίας.
Σχόλια